Η «ΑΝΩ-ΓΗ» φέρνει στο φως της δημοσιότητας
Ανέκδοτες επιστολές από το αρχείο του Στεφανογιάννη
Γράφει ο Γιώργος Καλογεράκης Δάσκαλος – Ερευνητής
Συμπληρώθηκαν
εφέτος, 62 χρόνια από την δολοφονία του Αρχηγού της Ανταρτικής Ομάδος
Ανωγείων και Άνω Μυλοποτάμου Γιάννη Δραμουντάνη-Στεφανογιάννη από τα
Γερμανικά στρατεύματα Κατοχής. Στις 13 Φεβρουαρίου 1944 ο Αρχηγός
έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες των τυράννων. Ο Γιάννης Δραμουντάνης –
Στεφανογιάννης αρνούμενος να δεχτεί την εκτέλεσή του με τους όρους των
κατακτητών, (όταν βρέθηκε εντός του κλοιού που είχαν κάνει οι Γερμανοί
το προηγούμενο βράδυ), διάλεξε ο ίδιος τον τρόπο του χαμού του.
Με
τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα έτρεξε προς την ελευθερία. Και τον βρήκαν οι
σφαίρες πισώπλατα. Για να τοποθετηθεί στο βιβλίο της Ιστορίας, στο
κεφάλαιο των ηρώων που θυσιάστηκαν για το μεγαλύτερο ιδανικό που
προέταξαν πιο πάνω κι απ' την ζωή τους, την Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α.
Επιστολή 1η

Αγαπητέ μου Γιάννη
Σας
έγραφα προ ολίγων ημερών, έγραψα τότε, όμως, πολύ βιαστικά και άφησα
πολλά θέματα. Εξ άλλου ήλπισα να σας δω σύντομα αλλά με καθυστερεί ένα
πόδι πληγωμένο και δεν ξεύρω τώρα πότε να κατορθώσω.
Σας
έγραψα σχετικώς με τον Λυκούργον, επειδή δεν θα μπορέσω να 'ρθω. Αυτάς
τας ημέρας τον έχω καλέσει εδώ, ώστε δεν πρόκειται να σας ενοχλήσει.
Δεν
έχω ανάγκην να σας πω ότι, αν έρχεται κανείς να με βρει, όποιος να
είναι, όχι μόνον δεν ξεύρετε που είμαι, αλλά δεν ακούσατε ποτέ δια ένα
τέτοιο πρόσωπο, αυτό πάει και δια τον Μποδιά. Δεν ξεύρετε που είμαι ή
πως να με βρείτε. Ήθελα να μάθω τι κάνει αυτός;
Πιστεύω,
ότι με την άρνησιν όλων των αξιωματικών έπεσε το ζήτημα της
πολιτοφυλακής του Πασσαδάκη. Αν σας ζητούν γνώμην άνθρωποι καλούμενοι
δια τούτο το σώμα ή δια την Χωροφυλακήν, τους λέγω, να μην πάνε. Αυτό
προπάντως δια την σωτηρίαν των ιδίων, διότι όποιος αναλαμβάνει τέτοιαν
υπηρεσίαν κινδυνεύει και τώρα και μετά την ειρήνην να βρει μία σφαίρα.
Προτιμότερον να ταλαιπώρουν ολίγους μήνας στο βουνό. Δεν λαμβάνομεν,
όμως, ευθύνη να 'χουν αυτοί την αξίωσιν να τους διώξομεν δια κάτω. Όπως
ξεύρετε, δεν έχω σκοπόν να ξανασυλλλέξω κόσμον δια κάτω προπάντως από
τους νέους. Πρέπει να τονίζετε ότι, αν τους συμβουλεύετε να αποφύγουν
την υπηρεσίαν αυτήν, προβλέπετε κυρίως το καλό των και την ασφάλειά
των.
Εξ'άλλου, δεν περιμένω να μας κάνει κακό η
ενίσχυσις της Χωρ/κής, καλύτερα όμως, να μη γίνεται. Δια τα τάγματα
ασφαλείας έχομεν καταβάλει μεγάλην και εντατικήν προπαγάνδαν. Πιστεύω
ότι δεν γίνεται σήμερον πλέον ζήτημα δια τα τάγματα.
Ήθελα
να μάθω δια τον Κρουσσώνα, αν κρατούν ακόμη συγγενείς του Μενέλαου, του
γιατρού, του παπά ή των άλλων φίλων μας και, αν έχετε νέα δια τα
υπολείμματα των Τζουλιάδων.
Σας λέγω ότι ακόμη
σήμερον αξίζει να μηνύσετε του Παπαλευτέρη να'ρθει μαζί μας - αυτό
προπάντως δια τον λόγον, που ξεύρει ο σύντεκνός μου ο Γιάννης.
Έχω
την πληροφορίαν ότι ένας Κρουσανιώτης, Σ… Ζ…, επήγε στην Γένα και έκανε
τον Αγγλόφιλον, ως δήθεν απεσταλμένος από σας να συγκεντρώνει καρπόν
κτλ. Αυτό είναι ως φαίνεται ο καινούργιος τρόπος της Γκεστάπο, και
έχουν χρησιμοποιήσει και αλλού το ίδιο τέχνασμα. Δηλαδή να
προσποιούνται οι πράκτορές των, ότι είναι στην υπηρεσίαν μας, ότι
ξεύρουν πρόσωπα και πράγματα και είναι ειδικοί σταλμένοι.
Πρέπει
να προσέχετε πολύ τούτο το παιγνίδι και να ειδοποιήσετε πάλιν τους
δικούς σας ανθρώπους να μη δίδουν πίστιν εις αγνώστους. Αν στείλομεν
άνθρωπον πουθενά, θα είναι γνωστός ή θα συνοδεύεται από γνωστόν.
Ελπίζω ότι δεν θ'αργήσω να'ρθω να σας δω.
Χαιρετισμούς πολλούς εις όλους τους φίλους.
Με αδελφικήν αγάπην
5/2/1944
Ιωάννης
Υ.Γ. Παρακαλώ να στείλετε το εσωκλειόμενο στον κ. Βαγγέλη.
Σημείωση:
Η επιστολή έχει ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 1944 και στέλνεται από τον
επικεφαλής της Αγγλικής αποστολής στην Κρήτη Αντισυνταγματάρχη Τομ
Ταμπάμπιν – Ιωάννη στο Γιάννη Δραμουντάνη-Στεφανογιάννη, Αρχηγό της
Α.Ο.Α. Ψηλορείτης. Ακριβώς 8 ημέρες αργότερα, ο Γιάννης
Δραμουντάνης-Στεφανογιάννης πέφτει νεκρός στα Ανώγεια από τις
δολοφονικές σφαίρες των Γερμανών. Αξίζει να προσεχτεί πως ο μόνος που
γνωρίζει το που ακριβώς βρίσκεται ο Τομ Ταμπάμπιν εκείνες τις ημέρες
είναι ο Στεφανογιάννης τον οποίο ο Τομ παρακαλεί να μην το αναφέρει σε
κανέναν ακόμη και στον ίδιο τον Ποδιά.
Η επιστολή
είναι ανέκδοτη, βρίσκεται στο αρχείο των απογόνων του Γιάννη
Δραμουντάνη – Στεφανογιάννη και σήμερα βλέπει για πρώτη φορά, 62 χρόνια
μετά την δολοφονία του Αρχηγού Στεφανογιάννη, το φως της δημοσιότητας.
Επιστολή 2η

Κεραμούτσι τη 15/1/44
Αγαπητέ κύριε Γιάγκο καλημέρα σας. Υγιαίνω και δι υμάς επιθυμό.
Πρότο
έρχομαι να σας ανακηνόσο ένα γεγονός αλλά σας ορκίζω εις τον
τρισυπόστατον Θεόν και εις πατριωτικήν σας τιμήν ως Έλληνας πατριώτης,
ότι δεν αναφερθή τίποτα εξ ημών και εις κανένα άλλον εκτός των
πατριωτών Ελλήνων, σας γράφο τα εξής τα οποία άκουσα και είδαν και το
πρόσοπο κατά την οποίαν ανακοινούσε εις τον Γερμανόν αξιωματικόν
αντικατασκοπίας λοιπόν την 13 το απόγευμα και ώραν 5 Μ.Μ ήλθε ο Μ… Χ…
μετά του Τζουλιά Νικολάου και Ιωάννου Κούβου εις το Γραφείο του Χάρτμαν
και άρχησαν την συζήτησιν ότι ήλθε προ τρεις ημέρες εις τα Ανόγεια και
εγύρευε μερικά ωζά, τα οποία είχε χάση συνάμα επληροφορήθη ότι είχαν
ρίξη η ενγγλέζοι κάτη πράγματα όπλα και τρόφιμα προ ολίγων ημερών εις
την περιοχήν της Ζόμινθος και τα οποία επήραν οι φυγόδικοι και ότι
έχουν ριχθή δια τρίτην φοράν και ότι περιτριγηρνούν αυτού κοντά οι
φυγόδικοι, λοιπόν ευγήκε η απόφασι να έλθουν να κυκλώσουν τα ανόγεια
από την μεργιά της Νίδας θα κατεβούν και από την μεργιά του γενή Καβέ
θα βγουν με αμάξη και έλθουν να κυκλόσουν το χωριό θα κάψουν τας οικίας
όλων των φυγοδίκων και θα κάμουν και συλήψης και μάλιστα υπέδυξε ότι
πρέπει να γίνουν αυτά κατά καιρόν χιονιάδος θα ερχόμουνα μονάχος μου
αλλά επειδή θα γίνο αντιληπτός σας στέλνο τον Εμμανουήλ Φασουλάν.
Βεβαίως
δεν έχετε εμπιστοσύνην (Σ.Σ.: αναφέρεται στον εαυτό του, επειδή είχε
πέσει στη δυσμένεια των αντιστασιακών) αλλά κατά πατριωτικό μου καθύκον
και θρησκευτικόν μου καθύκον εγώ σας τα γράφω και όπως θέλετε πράξετε
σκευθύτε μόνον την οικογένιά μου δεν έχω άλλο να σας γράψω σας χαιρετώ
ευχαριστό. Ευχέτης καλίν Νίκη.
Σημείωση: Την επιστολή
στέλνει ο παπα-Λευτέρης από το Κεραμούτσι στον Αρχηγό Γιάννη
Δραμουντάνη Στεφανογιάννη 29 ημέρες πριν τον Γερμανικό κλοιό στα
Ανώγεια και την δολοφονία του. Κομιστής της επιστολής ο Εμμανουήλ
Φασουλάς. Το όνομα του αποστολέα είναι σβησμένο αλλά το χαρτί που είναι
γραμμένη η επιστολή παραπέμπει σε εκκλησία αφού αναφέρει στην κορυφή
«ονοματεπώνυμου Νυμφίου», «ονοματεπώνυμο Νύμφης». Στην προηγούμενη
επιστολή του Τομ Ταμπάμπιν γίνεται αναφορά στον Παπαλευτέρη, αφού ο Τομ
γράφει προς τον Στεφανογιάννη «…αξίζει να μηνύσετε στον Παπαλευτέρη
να'ρθει μαζύ μας...».
Ο παπα-Λευτέρης έχει πέσει στη
δυσμένεια των Αντιστασιακών για την δράση του και παρακαλεί τον Γιάννη
Δραμουντάνη να πιστέψει τις πληροφορίες που του στέλνει με τον Μανόλη
Φασουλά. Κι αυτές οι πληροφορίες αποδείχτηκαν δυστυχώς για τον
Στεφανογιάννη αληθινές, αφού οι Γερμανοί κύκλωσαν το χωριό όπως λέει ο
παπα-Λευτέρης σε «καιρόν χιονάδος» και τον σκότωσαν.
Η
επιστολή είναι ανέκδοτη, βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας
Δραμουντάνη αλλά όπως με πληροφόρησαν οι απόγονοι του Γιάννη
Δραμουντάνη η πρωτότυπή της υπάρχει στο αρχείο της Ανεξάρτητης Ομάδος
Ανωγείων.
(σημ. Η ορθογραφία διατηρήθηκε ως έχει στην επιστολή).
ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ
Τα Χριστούγεννα της Κατοχής στ΄ Ανώγεια το 1943
Ο αντιστασιακός Μιχάλης Ακουμιανάκης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συχνά στ' Ανώγεια.
Το απόσπασμα που δημοσιεύεται, αφορά τα Χριστούγεννα του 1943 και αυτό
που βίωσε, μαζί με τους άνδρες της αγγλικής αποστολής, στα φιλόξενα σπίτια των Ανωγειανών.
Γράφει ο Γιώργος Καλογεράκης
Δάσκαλος – Ερευνητής
Πρόσφατα
είχα την χαρά και την τιμή να έλθουν στα χέρια μου οι χειρόγραφες
αναμνήσεις ενός ανθρώπου, που την περίοδο της Κατοχής διαδραμάτισε
σπουδαίο και αρχηγικό ρόλο στην Αντίσταση της Κρήτης.
Πρόκειται
για τον Μιχάλη Ακουμιανάκη, ο οποίος ανέλαβε Αρχηγός της Οργάνωσης
Πληροφοριών και Δολιοφθοράς Ηρακλείου από το έτος 1943 έως το τέλος της
Γερμανικής Κατοχής, αντικαθιστώντας τον Γεώργιο Δουνδουλάκη, που είχε
αναχωρήσει στην Μέση Ανατολή.
Ο Μιχάλης Ακουμιανάκης
ήταν ένα από τα μέλη της απαγωγής του Γερμανού Στρατηγού Χάινριχ
Κράιπε, οργάνωσε τα σαμποτάζ των αεροδρομίων του Νομού Ηρακλείου το
καλοκαίρι του 1943, το σαμποτάζ στις αποθήκες καυσίμων Πεζών το ίδιο
καλοκαίρι, τα σαμποτάζ του Ιουλίου 1944, που έλαβαν χώρα σε όλη την
Κρήτη, ήταν το έμπιστο πρόσωπο και το μάτι των Αγγλικών Αποστολών την
περίοδο της Κατοχής. Πολλές φορές τα χρόνια 1942-1944 επισκέφτηκε τα
Ανώγεια και τον Ψηλορείτη, έλαβε μέρος σε συσκέψεις ηγετικών στελεχών
της Αντίστασης στα μητάτα της Νίδας, συνόδευσε τον Τομ Ταμπάμπιν και
Πάτρικ Λη Φέρμορ σε αποστολές. Γενικά ήταν ένας δραστήριος άνθρωπος,
που η δράση του υπήρξε ζημιογόνα για τους κατακτητές.
Τα
χειρόγραφά απομνημονεύματά του, τελείωσαν, (ή άρχισαν να γράφονται),
όπως διαβάζει κανείς στην πρώτη τους σελίδα, στις 5 Νοεμβρίου 1990.
Αποτελούνται από 320 σελίδες διαστάσεων 26Χ18 εκατοστών.
Ο
Μιχάλης Ακουμιανάκης μέσα στα γραπτά του αναφέρεται συχνά στα Ανώγεια.
Το απόσπασμα, που δημοσιεύεται σήμερα, αφορά τα Χριστούγεννα του 1943
και αυτό που βίωσε, μαζί με τους άνδρες της Αγγλικής Αποστολής, στα
φιλόξενα σπίτια των Ανωγειανών.
Διατήρησα την
ορθογραφία του χειρογράφου και η εφημερίδα μας «ΑΝΩΓΗ» είναι η πρώτη
που δημοσιεύει αποσπάσματα από τα σπουδαία απομνημονεύματα του Μιχάλη
Ακουμιανάκη τα οποία πιστεύω πως σύντομα θα κυκλοφορήσουν σε βιβλίο.
…Κατά
το διάστημα από Σεπτέμβριον μέχρι Δεκέμβριον συνήθιζα να επισκέπτομαι
δια συνεργασίαν τις Αγγλικές αποστολές στον Ψηλορείτην κατά την
διάρκειαν του καλοκαιριού ή ακόμη μέχρι Δεκέμβριον, όταν δεν υπήρχε
μεγάλη κακοκαιρία ή χιονοπτώσεις.
Στον Ψηλορείτη
εχρησιμοποιούντο δια παραμονήν των αποστολών διάφορες μάντρες των
προβάτων ή όπως λέγονται συνήθως, «μιτάτα». Εχρησιμοποιήθησαν πολλά
μιτάτα δια την παραμονή των αποστολών μετά των ασυρμάτων των και των
βοηθών των. Στη Μύθια, στο Κορίτσι,…
Τα στρογγυλά
λιθόκτιστα θολωτά οικήματα με μίαν μόνο μικρή είσοδο αποτελούσαν την
διαμονήν των βοσκών, και πολλές φορές, αποθήκη των τυριών. Τα οικήματα
μου θύμιζαν τους θολωτούς Μινωϊκούς τάφους, που έχουν βρεθεί στην
περιοχήν της Κνωσσού και είναι ακριβώς όμοιοι με αυτούς. Δεν
αποκλείεται οι Μινωϊκοί τεχνίτες να χρησιμοποιήθηκαν δια την κατασκευήν
των οικημάτων αυτών στον Ψηλορείτη.

Η
διαμονή μας στα οικήματα αυτά δεν ήτο άνετη καθόλου. Τυλίγαμε το σώμα
μας με το μάλλινο καπότο και μία πέτρα αποτελούσε το μαξιλάρι μας. Στη
μέση της μάντρας άναβαν φωτιά την νύκτα για την θέρμανσί μας από το
κρύο που έπιπτε εκεί τους καλοκαιρινούς μήνες. Στην ίδια φωτιά
επαρασκευάζετο το φαγητό. Σκεπτόμουν πολλές φορές πώς ήτο δυνατόν οι
Άγγλοι να ζουν σε τέτοιες σκληρές συνθήκες ζωής. Έκανα σύγκριση με την
ζωή των στη Βίλλα Αριάδνη, με όλες τις ανέσεις και δεν μπορούσα να
εξηγήσω την ανοχήν των στις συνθήκες του βουνού και της πράγματι
σκληρής ζωής. Θυμούμαι ένα μεσημέρι που ο P . L . F . (σημ : Πάτρικ Λη
Φέρμορ), έπαιρνε το μεσημεριανό του. Σ'ένα ξύλινο πιάτο γεμάτο με
τομάτα και αγγούρια και με ξύλινο κουτάλι έτρωγε με μεγάλη όρεξι. Τον
κοίταζα για αρκετή ώρα. Ήτο κάτι απίστευτο για μένα. Ποτέ δεν απαίτησαν
ιδιαίτερη ζωή, ήσαν απολύτως προσαρμοσμένοι με την ζωήν των βοσκών
χωρίς καμμία ποτέ ιδιαίτερη προτίμησι. Βέβαια δεν ομιλώ για καθαριότητα
και άλλα που μας απασχολούσαν σε μία ήρεμη και πολιτισμένη ζωή. Δεν μας
ενδιέφεραν εάν δεν είχαμε καθαρά ρούχα, ούτε εάν είχαμε γεμίσει από
ψείρες.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα 1943. Ο καιρός δεν
ήταν άσχημος για μας. Δεν είχαμε πολλές βροχές αλλά ούτε χιόνια που σε
άλλες εποχές κατέβαιναν μέχρι τα Ανώγεια και ακόμη παρακάτω.
Ήτο
συννεφιασμένη μέρα τα Χριστούγεννα του 1943, αλλά όχι κρύο στο χωριό
Ανώγεια. Ο Τομ Ταμπάμπιν, ο Ραλφ Στόκπριτζ, λοχαγός της υπηρεσίας
πληροφοριών, ο Δραμουντάνης Γιάννης - Στεφανογιάννης, Αρχηγός των
Ανωγείων και της Επαρχίας Μυλοποτάμου, ένας πολύ σπουδαίος βοηθός των
Αγγλικών αποστολών στην Κρήτη, ο παπα-Γιάννης Σκουλάς, ο Μανούσος
Κουνάλης, ο Δραμουντάνης Γεώργιος, αδελφός του Στεφανογιάννη, ο Μιχάλης
Ξυλούρης υπαρχηγός της Οργανώσεως Ανωγείων, αυτός ο πολύ σοβαρός και
ανώτερος άνθρωπος. Επίσης ο Σταυρακάκης και αρκετοί άλλοι.
Αρχίσαμε,
σύμφωνα με το έθιμο να επισκεπτόμεθα τα σπίτια των καπεταναίων του
χωριού. Ήτο συνήθεια η σπιτονοικοκερά με τα παιδιά της να μας
προσφέρουν ρακί και ξηρούς καρπούς με την είσοδόν μας στο σπήτι.
Επηκολούθη ένα πλούσιο τραπέζι σε όλους τους επισκέπτες. Μία μεγάλη
λεκάνη πήλινη στο μέσον του τραπεζιού με αρκετή ποσότητα βραστού
χοιρινού κρέατος και εξαιρετικό Ανωγειανό κρασί. Τα σταφύλια της
κατασκευής του κρασιού προήρχοντο από τις βορεινές ρεματιές του χωριού.
Είχε την γεύσιν σαμπάνιας και μπορώ να πω ότι ποτέ δεν βρήκα αλλού στην
Κρήτην το ωραίο και γευστικό κρασί. Άρχιζε στο τραπέζι το γέμισμα των
ποτηριών που τα υψώναμε όλοι μαζύ με τις ευχές χρόνια πολλά και
προπαντός καλή και γρήγορη ελευθερία. Ιδιαίτερε ευχές προς τον Τομ
Ταμπάμπιν με την ευχή «Καλή Νίκη». Το όλο γλέντι συμπληρώνετο με
τραγούδια και προπαντός μ'εκείνα τα ριζίτικα, που ήταν τόσο ευχάριστα.
Έπειτα από λίγη ώρα επισκεπτόμεθα άλλο σπήτι, με την ίδια πάντα
προσφορά σε ρακί, ξηρούς καρπούς και άφθονους μεζέδες. Θυμούμαι που
έδωσαν στον Τομ και σε μένα ένα νεροπότηρο κρασί με την ευχήν όλων
«άσπρο πάτο». Τι να κάμωμε, αδειάζαμε το ποτήρι και ακολουθούσε η
προσφορά του μεζέ. Ένα μεγάλο βραστό κομμάτι ζεστό χοιρινό λίπος. Ήτο
κάτι ακατόρθωτο να το κατεβάσωμε στο στομάχι μας. Και όμως ήτο τόσο
ευχάριστο. Αυτό ήτο για τους Ανωγειανούς πολύ ευχάριστο και δεν είχαν
άδικο. Το ψύχος κατά την περίοδον του χειμώνος και γενικά τα έθιμα του
χωριού επέβαλον διάφορους τρόπους ζωής.
Το γλέντι μας
τελείωσε αργά την νύκτα. Έπρεπε να προτιμήσωμε όλες τις οικογένειες που
μας προσκαλούσαν. Η λύρα και το λαγούτο μας συνόδευαν παντού και
συνόδευαν την παρέα με τα παλιά τραγούδια και τις μαντινάδες. Μένει
πολύ ζωηρά στη μνήμη η εορτή των Χριστουγέννων αυτή…
Έτσι, όπως το έζησε από κοντά, ένα από τα βασικά στελέχη της Οργάνωσης
Το άγνωστο παρασκήνιο από τη δράση του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ Ανωγείων
Ο αντιστασιακός Μιχάλης Ρούλιος, μέλος

του
γραφείου ΕΑΜ Ανωγείων, περιγράφει με ποιο τρόπο πάρθηκαν κρίσιμες
αποφάσεις για την τύχη του χωριού. Υπογραμμίζει τον καθοριστικό ρόλο
που έπαιξε ο υπεύθυνος Άνω και Κάτω Μυλοποτάμου του ΕΑΜ Γιώργης Σμπώκος
«Τα γεγονότα που θα διηγηθώ τα
έζησα και τα θυμούμαι με κάθε λεπτομέρεια. Το χωριό, το έσωσε ο
Σμπωκογιώργης. Γλίτωσε, λίγο πριν το Ολοκαύτωμα, τουλάχιστον 150 νέους,
τους οποίους θα εκτελούσαν οι Γερμανοί. Την εποχή εκείνη είχα ένα
μεγάλο πόστο στο ΕΑΜ και ξέρω γεγονότα με λεπτομέρειες. Δέχομαι
οποιοσδήποτε βρεθεί και αντικρούσει αυτά που θα πω να έρθει να
κουβεντιάσουμε πρόσωπο με πρόσωπο», τονίζει μιλώντας στην ΑΝΩΓΗ, ο
αντιστασιακός Μιχάλης Ρούλιος.
Και συνεχίζει: «Ο
Σμπωκογιώργης ήταν του Σμπωκοχαραλάμπη ένας γιος, σπούδαζε δικηγόρος,
όμως επειδή ήταν κομμουνιστής τον συνέλαβε ο Μανιαδάκης (υπουργός
Ασφάλειας επί Μεταξά) και τον έκλεισε στις φυλακές της Ακροναυπλίας.
Μαζί με άλλους κρατούμενους κατάφερε και απόδρασε, όταν ήρθε εδώ στα
Ανώγεια, όπου το ΕΑΜ είχε μια πολύ δυνατή οργάνωση, ανέλαβε την ηγεσία.
Εμείς εδώ στο Ρέθυμνο είχαμε υπεύθυνο για το κόμμα,
τον αποκαλούμενο με το ψευδώνυμο «Κουμπάρος», ακόμα δεν ξέρω το όνομα
του, γιατί τότε παίρναμε αυστηρά μέτρα στη μεταξύ μας επικοινωνία.
Σε
μια συνεδρίαση του κόμματος στο Ρέθυμνο, έξω από την πόλη σε μια
σπηλιά, πέρασε μια γερμανική περίπολος και τους κύκλωσε. Η μάχη κράτησε
πολύ ώρα, εκεί τραυματίστηκε ο «Κουμπάρος». Μέσα από πολλές δυσκολίες
τον εφέρανε εδώ στα Ανώγεια και τον είχαμε στου Ζωνού το σπίτι και τον
περιέθαλπε ο γιατρός ο Κουνάλης, για ένα μήνα. Όλο αυτό το μήνα εμείς
φυλάγαμε κάθε βράδυ σκοπιά στον Ανεμόμυλο, γιατί αν ερχόταντουσαν οι
Γερμανοί, θα ερχόντουσαν από κεί.
Όταν ήρθε ο
Σμπωκογιώργης του λέμε τι ακριβώς έχει συμβεί και πως έχουμε στα χέρια
μας τον υπεύθυνο άνω και κάτω Μυλοποτάμου του ΕΑΜ, τον «Κουμπάρο». Μας
είπε ο Σμπωκογιώργης, αν δεν τον σμίξω να μου του δώσετε μπέσα, γιατί
μπορεί να είναι και χαφιές. Απής τον έσμιξε, μας είπε «ο άνθρωπος είναι
εντάξει» και ανέθεσε στο Σμπώκο τη διοίκηση του ΕΑΜ για τον πάνω και
κάτω Μυλοπόταμο.

Η ώρα των αποφάσεων
Κάναμε μια συνεδρίαση στου Ζωνογιάννη το σπίτι, εκεί που είναι σήμερα του Παμεινώντα και είμαστε κάπου 70 άτομα.
Ο
Σμπωκογιώργης μας είπε ότι «οι Γερμανοί, τώρα που ξεψυχούνε, γνωρίζουν
ότι το χωριό είναι κέντρο αντιστάσεως, γιατί ξέρανε λεπτομέρειες από τα
όργανα τους. Από εδώ πέρασε και ο Κραϊπε μέρα, αυτή η πράξη λένε ήταν
ηρωική, αλλά δεν έπρεπε να τον περάσουν μέρα, κι αυτά τα ξέρουν οι
Γερμανοί και θα κάψουν το χωριό. Αυτό δεν μπορούμε το αποφύγουμε,
μπορούμε όμως να σώσουμε ανθρώπινες ζωές». Τουλάχιστον 150 νέους θα
εκτελέσουν οι Γερμανοί, είχε εκτιμήσει ο Σμπωκογιώργης και πρέπει να
είμαστε πολύ προσεχτικοί.
Ζήτησε ο Σμπωκογιώργης να
πάρουμε δυο κτήματα να πάμε φαγητό στους αντάρτες. Λέει ο
Περβολογιώργης, «εγώ δίνω το γάιδαρο μου». Λέει του Ζαχαρομύρο «δώσε
μπρε και στο τον αδικό σου». Του απαντά ο Ζαχαρομύρος, «εμένα θα τον
πάρουνε οι χωροφύλακες να κουβαλήσουν τα όπλα που έχουν επαέ να τα πάνε
στον Γκαβέ».
Ο Σμπωκογιώργης ακούει, αλλά δεν λέει
κουβέντα... Όταν τελείωσε η συνεδρίαση, είπε σε τρεις νομάτους να μη
φύγουνε γιατί ήθελε να κουβεντιάσουν. Στένει, τον Εμμανουήλ Νταγιαντά
τον Παπουριανό, τον Γιαννιό τσι Χρόναινας και τον Λαμπρινόκωστα και
τους λέει ότι την επομένη το πρωί θα πάτε να στέσετε ενέδρα στα Ποριά,
να πάρετε τα τουφέκια που θα πήγαιναν οι χωροφυλάκοι, στους Γερμανούς
στο Γενί Γκαβέ.
Είπε βέβαια προς όλους ο
Σμπωκογιώργης, «ότι κανένας Αριστερός πάνω από 15 χρονών δεν θα θέτει
μέσα και μόνο όταν εξασφαλίσετε ότι δεν είναι οι Γερμανοί επαέ θα
μπαίνετε στο χωριό. Τώρα ξεψυχούνε οι Γερμανοί και θα σκοτώνουν όποιο
νέο βρίσκουν μπροστά τους...»
Τώρα, σε ότι αφορά την
αρπαγή των όπλων, στο δρόμο των επαντίχνει ο Λιαμόκωστας και τους
ρωτάει «που μπρε πάτε» και λέει «και ΄γω θα ΄ρθώ». Τον επαντίχνει
επίσης ο Πατραμάνης ο Κώστας και ο Περβολογιώργης και ακολουθούνε κι
αυτοί με πιθανότητα νά υπήρχαν κι άλλοι που δεν τους θυμούμαι. Στέσανε
ενέδρα και πιάνουνε το χωροφύλακα, στο μεταξύ κατέβαινε ο Χωνιανός
πρόεδρος της κοινότητας και λαλεί ένα γομάρι αλεύρι, αλλά θαρρεί πως
πάνε του πάρουν γιατί τότε ο κόσμος πεινούσε. Του λένε «λάλιε να πάμε
προς το χωράφι». Αφού σκοτείνιασε του είπαν ότι «εμείς μπρε δεν είμαστε
ληστές, αλλά αντάρτες του εφεδρικού ΕΛΑΣ, κι ήρθαμε να πάρουμε
ετουτουνέ (του χωροφύλακα) τα τουφέκια. «Εδά θα φύγεις να πας στο σπίτι
σου, όμως, μην αποφασίσεις να πεις στη γυναίκα σου ή των κοπελιών σου,
ότι εσυνέβη, γιατί θα΄ρθουμε μια βραδιά και θα κάψουμε το σπίτι σου,
εμείς έχουμε τη ζωή μας στην πλάτη του τουφεκιού. Πρόσεξε, του λένε».
Πήρανε λοιπόν τα τουφέκια και πήγανε και τα χώσανε στου Φορτωμένου το δέτη. Ήτανε δώδεκα τουφέκια με 150 σφαίρες το καθένα.
Οι
Γερμανοί δεν διαμαρτυρήθηκαν γι΄ αυτό, κουβέντα δεν ακούστηκε. Φέρνουνε
λοιπόν επαέ, λίγο πριν το Ολοκαύτωμα, καμιά σαραντιά Γερμανούς. Ήρθανε
και μας μαρτεύανε...

Ο Σμπωκογιώργης ήταν ανήσυχος με όλα αυτά...
Ήμουνα
τότε στο γραφείο του ΕΑΜ Ανωγείων, εγώ, ο Περβολογιώργης, ο Γύπαρης, ο
Μανούσος ο Αεράκης και ο Σμαϊλομανώλης και βγάζει ο Γερμανός λοχίας
Σήφης αγγαρεία περί τα 70 άτομα. Ο σκοπός του ήταν να πάει τους κλείσει
στην Καστέλα, για να λέει, αν με χτυπήσετε, έχω στα χέρια μου δικούς
σας ανθρώπους. Και μας μηνά ο Σμπωκογιώργης, μέσω του Σμαϊλομανώλη, ότι
πρέπει να σαμποτάρουμε την αγγαρεία να μην την αφήσουμε να πάει, κι αν
οι Γερμανοί έρθουν και πάρουν γυναικόπαιδα θα τους χτυπήσουμε, αυτό να
το ξέρετε είναι εντολή του κόμματος. Αυτό το γνώριζαν μόνο το γραφείο
του ΕΑΜ και η ηγεσία του κόμματος. Σαμποταράμε εμείς την αγγαρεία
λέγοντας τους ότι οι Γερμανοί θα σας κλείσουν στην Καστέλα και δεν πήγε
κανένας. Ο Σήφης δεν γνώριζε ότι οι Γερμανοί που είχαν έρθει στα
Ανώγεια είχαν φύγει, γιατί αν το ήξερε δεν ήρχουντονε στα Ανώγεια. Οι
Ζωνιανοί του λέγανε, «άσε τους Ανωγειανούς γιατί θα σου βγάλουν τον
γκώλο σου, γιατί αυτοί αστεία δεν σηκώνουν». «Εγώ» είπε ο Γερμανός
λοχίας « θα πηγαίνω από δω και πέρα μοναχός να δω τι θα μου κάνουνε».
Και να σκεφθείς πως όντα τον επιάσανε σε μισή ώρα είχε φιράξει ο μισός.
Έρχεται
ο Σήφης και παίρνει ενενήντα γυναικόπαιδα και τα λάλιε με τη βέργα. Την
Κουρούπαινα επήρε με δυο γυναίκες από την Αρκαλιά, με τα μισοφόρια και
τις λάλιε και κατέβαινε. Η απόφαση του κόμματος για να χτυπήσουμε ήταν
παρμένη. Πήγε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ έστεσε ενέδρα στο Σφακάκι, χτυπούνε τους
Γερμανούς και λευτερώνουνε τα γυναικόπαιδα.
Μετά τη
μάχη στο Σφακάκι, πραγματοποιήθηκε έκτακτη συνεδρίαση του γραφείου του
ΕΑΜ για εκτίμηση της κατάστασης και μετά το τέλος της συνεδρίασης ο
Σμαϊλομανώλης μού έδωσε εντολή να βρω άλλον έναν και δυο γυναίκες να
πάμε να θάψουμε τσι Γερμανούς που ήταν σκοτωμένοι στου Μάκρη. Πήρα το
Δημήτρη Δραμουντάνη (Λελεδάκη), την Ελένη Νταγιαντά (Λαμπρινολένη), τη
Μαρία Νταγιαντά, τη γυναίκα του Λαμπρινομανώλη και πηγαίνοντας προς του
Μάκρη μάς επάντηξε η Μπογιατζολένη και μας ακολούθησε κι αυτή. Βρήκαμε
δυο Γερμανούς σκοτωμένους και τσι βάλαμε σ΄ ένα πηγάδι, τσι χώσαμε και
καμουφλάραμε τον πόρο με κλαδιά...».
Μια συγκλονιστική ιστορία, με πρωταγωνιστή τον αντιστασιακό και μέλος του ΕΑΜ, Μιχάλη Ρούλιο
Ονειρεύτηκε όσα έζησε λίγο πριν το εκτελεστικό απόσπασμα...
Ο
Μιχάλης Ρούλιος, ο αντιστασιακός, ο αγωνιστής, το μέλος του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ
Ανωγείων, με μεγάλη προσφορά στην πάλη κατά του Ναζισμού και του
Φασισμού, 88 ετών σήμερα, ξετυλίγει το κουβάρι της μνήμης στην «ΑΝΩΓΗ»
και περιγράφει πως κατάφερε και γλίτωσε από των Γερμανών τα δόντια,
λίγη ώρα πριν τον στήσουν μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ισως το
πιο συγκλονιστικό σημείο της μεγάλης του περιπέτειας είναι ότι όλα όσα
πέρασα στα χέρια των Γερμανών, τα είχε ονειρευτεί λίγες ώρες
νωρίτερα... Το όνειρο ξεδύλιανε...
Την πιο δύσκολη
ώρα, την ώρα της απόδρασης, είπε μέσα του:«εδά, σε πέντε λεπτά θα δω,
αν είναι άλλος κόσμος ή δεν είναι». Ήταν 30 Αυγούστου του 1944.
Ο λόγος στο Ρουλομιχάλη:
Μετά
το κάψιμο του χωριού πολλοί εφύγανε όπου είχανε χωριά και συγγενείς,
εμείς που δεν είχαμε, που θα λα-πάμε; Με το Χαχλιουτογιώργη πήγαμε στο
Χώνος εκεί είχε ένα κουμπάρο και μας έδωσε μια κάμαρα- σπίτι και
ξωμέναμε μέχρι να δούμε ήντα θα λα-γενούμε. Είχαμε κι ένα σταθμό
διαμονής, εδώ στο Μελλισουργκάκι και ερχόμαστε τη νύχτα και ανακατώναμε
τα ερείπια να βρούμε πράμα να φάμε.
Το σπίτι του
Στριφίτσου δεν το χαλάσανε ντελόγο και η γυναίκα του, με την θυγατέρα
του κουβαλήσανε ότι είχανε, από τρόφιμα και πράγματα στο Μελλισουργάκι.
Αφού έκουσα την Στριφίτσενα, να λέει στην κόρη της ότι «εξεχάσαμε μωρή
τη σκορδοπλεκτή στο δώμα», μέχρι εκειά.
Αυτοί λέγανε ότι είχανε προδωσά, από χωριανό μας γκεσταμπίτη...
Εικοσιπέντε
Γερμανοί εξεκινήσανε από τα Σίσαρχα και λαλούσανε τα κτήματα και πήγανε
και βρήκανε του Στριφίτσο τα πράγματα στο Μελλισουργάκι. Η δουλειά ήταν
καρφωτή.
Εμείς είμαστε πιο κάτω και φωνιάζουνε: «οι Γερμανοί φανήκανε...».
Οι Γερμανοί προβαίνανε στην Κουκουλίτα και στο Βρισίδι, επαίζανε δυο – τρεις μπαλοθιές για τρομοκρατία και μετά αλλάζανε απάνω.
Τότε
όμως πήγαν συστημένοι και φορτώνανε τα πράγματα από του Στριφίτσου. Οτι
είχε-νε τα πήρανε όλα. Ο Στριφίτσος όντε είδενε ότι έρχονται οι
Γερμανοί επήγε και εμπήκε στο φαράγγι σε ένα κλαδί. Εμάς μας λένε
ποπάνω, οι Γερμανοί φανήκανε και πήγαμε και μπήκαμε με το
Χαχλιουτογιώργη σε μια τρύπα. Σε μια τρύπα που να σου πω εδά, εκειέ
είναι, να τη γυρές όλη μέρα δεν την βρίνεις.
Κατεβήκανε
δυο γερμανοί, ερίξανε δυο – τρεις μπαλοθιές και τε πάνε και παίρνουνε
του Χαχλιουτογιώργη ένα γάιδαρο και του Βλάχο άλλον ένα και τσι
καβαλικέψανε και γλακούσανε να φτάσουν, την Στριφίτσενα, που είχε
προλάβει να φύγει, για να της πάρουν τα ρούχα. Οι Γερμανοί δεν την
προλάβανε, αλλά εκάμανε μιάμιση ώρα να γιαγύρινουνε.
Αυτοί
αποπίσω στον Αχλαδιά εθωρούσανε τσι άλλους, του καβαλαριανούς που
ετρώγανε σταφύλια – σύκα και τσι μπαλοτοκοπούσανε και γλακούσανε οι
ανθρώποι και γελούσανε οι Γερμανοί και αργίσανε να γιαγύρουνε.
Πορίζει
ο Στριφίτσος να πάει να βρει τη γυναίκα και το κοπέλι του, οι οποίοι
είναι στο ρυάκι του Αστρινού. Οντε νε-πόρισε- για να είμαι ειλικρινής-
μου λέει «μπρέ ΄συ κάτσε εκειέ να μην σε πάρω στο λαιμό μου» και γυρίζω
εγώ και θέτω φορώντας ένα γαλανό γαμπά.
Το όνειρο...
Εμένα όλη μου η ζωή είναι ένα όνειρο…
Εγώ
εκοιμήθηκα καμιά ώρα. Ήτανε κατά τσι μια η ώρα το μεσημέρι και
ονειρεύομαι ότι μου κάνουμε απάλε οι Γερμανοί να μου πάρουν το τουφέκι,
δεν θέλουν να με σκοτώσουν, αλλά να μου πάρουν το τουφέκι. Εγώ είχα
χέρια πολύ δυνατά και λέω μέσα μου «σαφής μπρε είμαι δυνατός και με
φοβούνται οι συνομήλικοι μου και εδά εγίνηκα ανίκανος; Και πιάνω από τη
λαβή το τουφέκι και παίζω μια του Γερμανού στη μούρη και γίνονται τα
δόντια του τρόχαλος και γυρίζω ανάσκελα και τε στρίβω το τουφέκι του
αλλουνού Γερμανού το παίρνω και ανηφορίζω απάνω την λαγάρα. Αφότου πήγα
είκοσι μέτρα στρέφομαι και με ξανοίγει ο γεις, ενώ ο άλλος είναι χάμε
και λέω: «γιάε ποιοι θα - λα μου πάρουμε το τουφέκι». Και κει ξυπνάω...
Με την πάλη που έκανα στο όνειρο είχα γίνει στάκα στον ιδρώτα.
Εμείς
είμαστε στου Φασουλοναστάση το σπιτάκι, πιο πάνω από του Στριφίτσου το
ρυάκι, ο Στριφίτσος πέμπει το κοπέλι, τον 16χρονο Κωνσταντίνο Χαχλιούτη
να πάει να δει αν είναι άλλοι Γερμανοί. Επήγε μέχρι εκειά που ήταν οι
Γερμανοί και δεν τους είδε, το κοπέλι τον εσίμωσε στα εκατό μέτρα, αλλά
δεν τους είδε. Και γιαγέρνει και λέει «δεν είδα πράμα».
Εγώ
φεύγω από εκειά, μετά που είδα το όνειρο. Ο Στριφίτσος (Μανώλης
Βρέντζος) έκουσε τη κουβέντα και βγήκε από τα κλαδιά. Πάω και εγώ και
τους λέω «μπρε ΄σεις, ετονά το συχνοκατέβασμα που κάνουν οι Γερμανοί θα
μας εβγάλουν κάνα παιγνίδι, μόνο πάμε να χαθούμε από πα...»
Η συνάντηση
με τους Γερμανούς...
Διψώ,
όμως, και πάω στην τρούμπα του Φασουλοναστάση για να πιω νερό, όπως
έβγαινα εγώ έχουνε αποκόψει δυο Γερμανοί, από τσι πολλούς που παίρνανε
τα μπράτη και έχουνε κατεβεί προς το ίδιο σημείο. Αυτοί με είδανε και
κρύβονται σε ένα δάμακα από πίσω, βγαίνοντας αμέριμνος έχω το νου μου
προς τον Αλχαδιά που επογύρανε οι Γερμανοί.
Δεν
κατέχω ότι είναι ακόμα πίσω πολλοί Γερμανοί. Μόλις πλησίασα στα τρία
μέτρα μου γυρίζουν και οι δυο τα τουφέκια και πάσα μου κίνηση ήταν
καταδικασμένη. Και τότε σας θωρούνε και οι άλλοι ότι με πιάσανε και
μένα και σπα ο Στριφίτσος και μπαίνει το δασωνάρι. Ερίξανε του ένα -
δυο αλλά δεν τον επρολάβανε... Δεν θέλω να λέω ψόμματα, αλλά αν είχα
ένα μαχαίρι θα τσι ξεκοίλιαζα κα τσι δυο, γιατί είχανε αλλού το νου
τους...Αναλωθήκανε οι υπόλοιποι Γερμανοί και πιάνουνε αιχμαλώτους το
Στριφίτσο, το κοπέλι και ένα μπάρμπα μου τον Κωνσταντίνο Πετροκόπο, που
έβοσκε τα βούγια που είχαμε κειά, κι ήταν και άρρωστος.
Στο δρόμο προς το θάνατο...
Πήραμε
το δρόμο – δρόμο και πηγαίναμε για τα Σίσαρχα, στου Πετούση το Κόλυμπο
σε μια χαράδρα, που ξετρυπά στο Βρισίδι, εκειά μας εστένουνε, για να
μας εκτελέσουνε. Στένουντε αυτοί. Φεύγει ένας αξιωματικός, μ΄ ένα Χ στο
πέτο και πάει εκατό με εκατοπενήντα μέτρα μέσα στη χαράδρα και βρίνει
φαίνεται τον τόπο της εκτέλεσης και τονέ εφωνιάζει επαέ τσι φέρετε.
Λένε
του κοπελιού να πάει εκειά που είναι ο Γερμανός. Έβγαινε το κοπέλι,
έβγαινα εγώ αποπίσω, έβγαινε και ο Στριφίτσος. Τότε σας εσκέφτηκα: «εδά
σε πέντε λεπτά θα δω αν είναι άλλος κόσμος ή δεν είναι». Δεν τα ΄χασα
όμως. Σε όλο το δρόμο έκανα το βλάκα... Δεν σου είπα βέβαια ότι πιο
μπροστά με ανακρίνανε...
Θωρώ ότι αποπάνω είναι ένας
Γερμανός, αλλά πρέπει να βρούμε έναν καταρράχτη, γιατί για να βγούμε
στο αποπάνω περβόλι πρέπει να μπεις μέσα από το ρυάκι, όμως το ρυάκι
είναι στενό και ανηφορικό και δεν παντίδει να περάσουνε δυο νομάτοι
παρά ένας – ένας. Όσο πλησιάζαμε περνώ το κοπέλι και σκέφτομαι και λέω
εδά μόλις βγω ανε με αφήσει και τον πλησιάσω το μοναχό Γερμανό, σε
μηδέν χρόνο τον έχω νεκρό. Έκαμα μια απόπειρα να τον πλησιάσω αλλού μου
φώνιαξε να μείνω εκειά που είμαι. Απής είδα ότι έβγαλε το βλέμμα μου
από μένα, εποκραμέστηκε να δει αν -βγαίνουνε οι άλλοι... Και λέω ήντα
ανυμένω δα να βγει ο άλλος Γερμανός που κρατεί το ταχυβόλο;
Το άλμα στην ελευθερία..
Και
κάνω την μεγάλη κίνηση. Παίρνω απάνω το ρυάκι, γλακόντας. Βγάζει το
πιστόλι και μου παίζει δυο – τρεις μέχρι να περάσω σταυρό το ρυάκι. Εδά
ακόμη λέω ότι μπορεί να μην ήθελε να με σκοτώσει. Ηπρεπε να με
σκοτώσει, στα δεκαπέντε μέτρα να μου ρίξει τρεις με το πιστόλι; Είδα
και πέρασε μια σφαίρα από μπροστά μου και μάδησε τα φύλλα του
αστειράκου, είκοσι πόντους από μένα.
Προσπαθώ να
ξεφύγω, αλλά δεν είμαι καλυμμένος από τις σφαίρες και ρίχνει το
οπλοπολυβόλο μπροστά μου μια ριπή και πήγε δυο – μέτρα πιο πάνω από
μένα.
Τους άφησα δέκα λεπτά και ησυχάσανε...
Μετά
κάνω το δεύτερο άλμα, με είδανε αυτοί πάλι, όμως έχω πογύρει και δεν με
βρίνουν τα πυρά. Μπαίνω το δρόμο – δρόμο και κατεβαίνω του Οίκου,
τρυπώνω σε ένα βάτο, αλλά δεν μπορώ να πορίσω. Μόλις είχα μπει
βγαίνουμε οι δυο Γερμανοί στο Βαθύ Στενό και ρίχνουμε, για τρομοκρατία,
μια ριπή με το πολυβόλο.
Πήγανε και σταθήκανε στου
Μισιλή και ξανοίγανε οθέ ντου Ρέκα, κι ήσανιε εκεί μέχρι του σκοτιδιού.
Πότε – λίγο αποφάσιζα να πορίζω, αλλά σκέφτομαι και λέω ότι δεν κουνώ
αν δεν σκοτεινιάσει. Πράγματι δεν βγήκα μέχρι που σκοτείνιασε...
Τσ΄
άλλους τους πήρανε οι Γερμανοί και τσι πήγανε στο Πλατάνι και μόλις
βράδιασε, αφού δεν με βρήκανε τους εκτελέσανε. Πήγε η μάνα μου, για να
μη με σκοτώσουνε, όπως μου έλεγε, και έθαψε το μπάρμπα μου και το
κοπέλι...
*** Ο Μιχάλης Ρούλιος μας διηγήθηκε ακόμα
μια συγκλονιστική ιστορία, με πρωταγωνιστή τον ίδιο στο μέτωπο της
Αλβανίας. Με παρακάλεσε όμως θερμά, επειδή αυτά τα γεγονότα τα
αποκάλυψε για πρώτη φορά, να τα κάνουμε γνωστά στο απώτερο μέλλον...
(Αφήγηση στο Γιάννη Φασουλά, τον Αύγουστο του 2006, στο σπίτι του Μιχάλη Ρούλιο).
Το Α΄ σαμποτάζ του αεροδρομίου Καστελλίου Πεδιάδος
και ο Βασίλης Ι. Δραμουντάνης - Κοζωνοβασίλης
Για την συμμετοχή του στο σαμποτάζ (στις 7 Ιουνίου 1942), προήχθη σε Ενωμοτάρχη στη Μέση Ανατολή.
Ο ίδιος ο Σοφοκλής Βενιζέλος τον επέλεξε και τον είχε κοντά του στο Υπουργείο Ναυτικών.
Στην εξέγερση (στάση) μονάδων του Ελληνικού Στρατού την Άνοιξη του 1944, (Μάρτιο και Απρίλιο),
στο Κάιρο, ο Βασίλης Δραμουντάνης δεν έλειψε στιγμή δίπλα από τον Σοφοκλή Βενιζέλο.
Βιογραφικό Βασίλη Δραμουντάνη-Κοζωνοβασίλη
Ο
Βασίλης Δραμουντάνης γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου το έτος 1907.
Ήταν παιδί του Γιάννη Δραμουντάνη ή Κοζώνη και της Μαρίας (το γένος
Κουτάντου). Τα αδέρφια του Βασίλη ήταν ο Γιάννης, ο Κωστής, ο Νίκος, ο
Στέργιος, η Μαρία, η Αντιγόνη και η Ειρήνη.
Κατατάχτηκε
στη Χωροφυλακή και μαθαίνουμε, (από φωτογραφίες που έστειλε στους
δικούς του και διασώθηκαν), ότι ο Βασίλης υπηρέτησε ένα διάστημα στο
Βαθύ της Σάμου. Υπηρέτησε και στο σταθμό Χωροφυλακής στα Βασιλικά
Ανώγεια και ίσως, από ΄κει να διέφυγε στη Μέση Ανατολή, τα πρώτα χρόνια
της Κατοχής. Στο ανάστημα ο Βασίλης Δραμουντάνης ήταν λεπτός με όμορφα
χαρακτηριστικά, και αυτό που γνωρίζουμε, (από μαρτυρίες), είναι ότι
ήταν πολύ σβέλτος. Αυτή η σβελτοσύνη του Βασίλη Δραμουντάνη ήταν τελικά
και η αιτία θανάτου του, όπως θα περιγράψω πιο κάτω.
Όταν
το συμμαχικό στρατηγείο αποφάσισε να χτυπήσει τον εχθρό στα μετόπισθεν
επιλέγοντας τα αεροδρόμια της Ανατολικής Μεσογείου, ο Βασίλης
Δραμουντάνης απετέλεσε μέλος της ομάδας των σαμποτέρ, που θα χτυπούσε
το αεροδρόμιο Καστελλίου. Την ομάδα που ξεκίνησε από τη Μάσα Ματρούχ
για την Κρήτη αποτελούσαν ο Ιρλανδός Λοχαγός Ντάνγκαν, δύο Βρετανοί
δεκανείς και ο Βασίλης Δραμουντάνης. Η αποστολή που ανέλαβε ο Βασίλης
ήταν να οδηγήσει την ομάδα από την παραλία Τρυπητή στο χωριό Σάτα
Αμαρίου, που βρισκόταν ο ασύρματος του Τομ Ταμπάμπιν. Ο Βασίλης
Δραμουντάνης είχε υπηρετήσει χωροφύλακας στα Βασιλικά Ανώγεια και η
περιοχή του ήταν αρκετά γνώριμη. Ο Βασίλης θα παρέμενε κοντά στην
Τρυπητή, έτσι ώστε, μετά τα σαμποτάζ των αεροδρομίων Ηρακλείου,
Καστελλίου και Τυμπακίου, να βοηθούσε τους σαμποτέρ οδηγώντας τους και
πάλι στον όρμο του Αγίου Σάββα, απ΄ όπου θα τους παραλάμβανε το πλωτό
σκάφος. Ο Κοζωνοβασίλης έφερε σε πέρας την αποστολή του με μεγάλη
επιτυχία. Για τη συμμετοχή του στο σαμποτάζ του Καστελλίου Πεδιάδος,
(στις 7 Ιουνίου 1942), προήχθη σε Ενωμοτάρχη στη Μέση Ανατολή. Ο ίδιος
ο Σοφοκλής Βενιζέλος τον επέλεξε και τον είχε κοντά του στο Υπουργείο
Ναυτικών. Στην εξέγερση (στάση) μονάδων του Ελληνικού Στρατού την
Άνοιξη του 1944, (Μάρτιο και Απρίλιο), στο Κάιρο, ο Βασίλης
Δραμουντάνης δεν έλειψε στιγμή δίπλα από τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Ήταν
ένας από τους Κρητικούς, που κλείστηκαν μαζί του στο Υπουργείο Ναυτικών
και ήταν το μόνο κτήριο που δεν κατελήφθη από τους στασιαστές. Έμεινε
ξάγρυπνος τρία μερόνυχτα. Όταν τα πράγματα καταλάγιασαν αναχώρησε από
το Υπουργείο για το σπίτι του να αλλάξει ρούχα και να ξεκουραστεί.
Μπήκε σε ένα τραμ που κατευθυνόταν στη γειτονιά που έμενε. Όταν το τραμ
πλησίασε στο σπίτι του πήδηξε, πριν εκείνο σταματήσει τελείως. Ήταν μια
ενέργεια που ο Βασίλης Δραμουντάνης - Κοζωνοβασίλης την έκανε σχεδόν
καθημερινά. Είχε εμπιστοσύνη στην σβελτάδα του. Ίσως, όμως, επειδή ήταν
ξάγρυπνος δεν υπολόγισε σωστά και βρέθηκε κάτω από το τραμ το οποίο και
τον σκότωσε. Το ημερολόγιο έδειχνε 4 Απριλίου 1944.

Απόφαση εκτέλεσης συνεργατών του στρατού Κατοχής
Τον
Απρίλιο του 1942 φτάνει στην Κρήτη ο Άγγλος Αξιωματικός Τομ Ταμπάμπιν,
ως υπεύθυνος Ανατολικής Κρήτης του Συμμαχικού Στρατηγείου. Στην
δικαιοδοσία του μπήκε αμέσως και ο Νομός Ρεθύμνου, αφού τα κυρίως
αντιστασιακά κέντρα Ανώγεια - Αμάρι - Ψηλορείτης βρισκόταν εκεί. Ως
τόπο εγκατάστασης και απόκρυψης του σταθμού ασυρμάτου του κάνει τις
επαρχίες Αμαρίου – Μυλοποτάμου καθ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής.
Αρχές
Μαΐου 1942, βρίσκεται εγκατεστημένος με τον ασύρματό του στο χωριό Σάτα
Αμαρίου στη θέση Καλοθιανά. Ασυρματιστής του ο Αριστείδης Παραδεισανός.
(Η Σάτα Αμαρίου ήταν το χωριό των Παραδεισανών και των Βοσκάκηδων).
Αποφασίζει ένα μικρό ταξίδι προς τον Ψηλορείτη και κατευθύνεται στο
μητάτο του Αρχηγού της Ανεξάρτητης Ομάδος Ανωγείων Γιάννη
Δραμουντάνη-Στεφανογιάννη στη θέση Κορακόπετρα. Ανακοινώνει στον
Στεφανογιάννη, ότι απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής,
ήταν η εκτέλεση ορισμένων Ελλήνων συνεργατών του στρατού Κατοχής.
Σκοπός των εκτελέσεων, (όπως ανέφερε στο Στεφανογιάννη ο Τομ
Τανμπάμπιν), ήταν η τρομοκράτηση των συνεργατών των Γερμανών γιατί θα
ακολουθούσαν σαμποτάζ στα αεροδρόμια Ηρακλείου - Καστελλίου - Τυμπακίου
και με τον τρόπο αυτό η δουλειά των σαμποτέρ, που θα ερχόταν στην
Κρήτη, θα γινόταν πιο εύκ
Περισσότερα... »