Το παρόν και πολύ ενδιαφέρον άρθρο το βρήκαμε απόανάρτηση σε ιστολόγιο. Στο τέλος βάλαμε και ένα σημαντικό σχόλιο που αναρτήθηκε. Δύστυχος χάθηκε το μέρος από όπου το πήραμε
Η δύναμη της «συγκριτικής σκέψης»
Του Ηλία Κουρκουνάκη
Η παρτίδα Kramnik-Carlsen από το τουρνουά του Λονδίνου προσέφερειδιαίτερα έντονες συγκινήσεις σε όσους την παρακολούθησαν «ζωντανά», είτε στονχώρο των αγώνων είτε στο Διαδίκτυο. Έχοντας παίξει πολύ καλό στρατηγικό σκάκι,ο Kramnik έμοιαζε να έχει εξασφαλίσει εύκολη νίκη, αλλά ξαφνικά συνέβη κάτιαπίθανο: μόνος του πραγματοποίησε αλλαγές και οδήγησε την μάχη σε ένα φινάλεπου αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο –και τελικά η παρτίδα έληξε ισόπαλη! Μπορούσεόμως να είχε αποφύγει αυτή την εξέλιξη, αν χρησιμοποιούσε την μέθοδο της συγκριτικήςσκέψης.
Η συγκριτική σκέψη είναι μια διαδικασία λήψης αποφάσεων, με την χρήση τηςοποίας μπορεί να πραγματοποιηθεί μια επιλογή χωρίς εξαντλητική ανάλυση τηςθέσης. Συχνά αποδεικνύεται ισχυρό όπλο όταν δεν μπορούν να υπολογιστούν όλα μεακρίβεια, είτε λόγω των περιορισμένων ικανοτήτων του παίκτη είτε λόγω έλλειψηςχρόνου. Είναι απαραίτητο όμως να τονιστεί ότι η συγκριτική σκέψη δεν πρέπει ναχρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της υπολογιστικής διαδικασίας, αλλά μόνο ωςχρήσιμο συμπλήρωμά της.
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της συγκριτικής σκέψης είναι ότι μπορεί ναχρησιμοποιηθεί όταν δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι για το αποτέλεσμα, αλλά μεβεβαιότητα ότι μεγιστοποιεί τις πιθανότητες επιτυχίας. Αυτό γίνεται ξεκάθαροστην ακόλουθη κρίσιμη θέση από την παρτίδα Kramnik-Carlsen:
Εδώ ο Carlsen έπαιξε έξυπνα 61…Πγ5, χωρίς να πολυσκεφτεί. Είναι προφανές ότι θαχάσει με τέλειο παιχνίδι και από τις δύο παρατάξεις, οπότε η καλύτερή τουελπίδα βρίσκεται στο φινάλε Ρ+Α+2Σ εναντίον Ρ+3Σ που προέκυψε στην παρτίδα. Τηνστιγμή που πήρε την απόφασή του, ο Carlsen δεν χρειαζόταν να γνωρίζει τηνκατάληξη αυτού του φινάλε, αλλά μόνο να κρίνει ότι οι πρακτικές δυνατότητεςισοπαλίας είναι περισσότερες από αν η κατάσταση παράμενε αμετάβλητη. Συνειδητάή υποσυνείδητα, χρησιμοποίησε συγκριτική σκέψη για να επιλέξει την κίνηση61…Πγ5 και να απορρίψει άλλες πιο ουδέτερες κινήσεις, π.χ. 61…Πα5.
Σε απάντηση, ο Kramnik αποφάσισε να πραγματοποιήσει αλλαγές με 62.Πxδ6+. Αυτήθα μπορούσε να είναι καλή κίνηση από αυστηρά «σκακιστική» σκοπιά, αλλά θαμπορούσε και να μην είναι. Αναφορικά με την συγκριτική σκέψη όμως, αποτελείσοβαρό λάθος.
Οι αλλαγές υλικού στο σκάκι δεν απλοποιούν απαραίτητα την κατάσταση στο σύνολότης, αλλά μόνο μειώνουν τον αριθμό των δεδομένων που χρειάζεται να αναλυθούν.Στην πράξη, οι αλλαγές μπορεί και να περιπλέξουν την κατάσταση όταν αλλάζει τοείδος της ανάλυσης που πρέπει να γίνει, π.χ. όταν απαιτούνται πιο συγκεκριμένοιυπολογισμοί και σε μεγαλύτερο βάθος. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωσητης θέσης Kramnik-Carlsen, οπότε η συγκριτική σκέψη αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμοεργαλείο αντιμετώπισης των προβλημάτων.
Είναι ολοφάνερο από το αποτέλεσμα ότι ο Kramnik δεν υπολόγισε μέχρι τέλους τοφινάλε. Μπορεί να υποτεθεί ότι ένας παίκτης του διαμετρήματός του θεωρητικά θαείχε αυτή την ικανότητα, αλλά δεν την χρειαζόταν. Μάλιστα, δεν θα έπρεπε καν ναπροσπαθήσει να την ασκήσει: στο φινάλε Ρ+Α+2Σ εναντίον Ρ+3Σ μπορεί ναδιεκδικήσει τη νίκη μόνο σε ένα πολύ περιορισμένο μέτωπο, ενώ τα διπλωμένα πιόνια΄΄η΄΄ και η υποχρέωση του Αξιωματικού να καλύπτει το τετράγωνο α2 περιορίζουντις δυνατότητες των λευκών να ελέγξουν κρίσιμα μαύρα τετράγωνα.
Το βασικό επιχείρημα της συγκριτικής σκέψης για τη λήψη της σωστής απόφασης έχειως εξής: Ακόμα κι αν το φινάλε Ρ+Α+2Σ εναντίον Ρ+3Σ κερδίζει, είναι προφανέςότι η τωρινή διαρρύθμιση υλικού κερδίζει ευκολότερα (π.χ. απομακρύνοντας απότην σκακιέρα το Σα). Αντίθετα, ενώ η τωρινή διαρρύθμιση υλικού σίγουρακερδίζει, δεν είναι 100% σίγουρα ότι το ίδιο συμβαίνει με το φινάλε Ρ+Α+2Σεναντίον Ρ+3Σ. Επομένως, η αποφυγή των αλλαγών μεγιστοποιεί τις πιθανότητεςνίκης, ενώ η πραγματοποίησή τους τις μειώνει.
Αυτού του είδους το επιχείρημα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εύκολα από τονKramnik, αν έκανε ένα μικρό διάλειμμα και αναλογιζόταν σοβαρά τις δυσκολίες τουφινάλε Ρ+Α+2Σ εναντίον Ρ+3Σ για μερικά λεπτά. Το γεγονός ότι πήρε την απόφασήτου σχετικά γρήγορα υποδηλώνει ότι δεν είχε αμφιβολίες επειδή δεν έκανε τηνερώτηση, και όχι επειδή έδωσε λανθασμένη απάντηση.
Πιστεύω ότι μπορούσε να υποψιαστεί το πρόβλημα, τουλάχιστον επειδή ο Carlsenεπέτρεψε τις αλλαγές. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Νορβηγός γκρανμέτρ δεν χρειαζόταννα γνωρίζει το αποτέλεσμα του φινάλε Ρ+Α+2Σ εναντίον Ρ+3Σ. Αναφορικά με την συγκριτικήσκέψη και από την σκοπιά του Carlsen, αν αυτό το φινάλε είναι χαμένο, δεν είναιπιο χαμένο από την θέση του διαγράμματος. Γι’ αυτό, μπορούσε να πάρει τηναπόφασή του εύκολα και γρήγορα, χωρίς να υπολογίσει πολλά.
Συνοψίζοντας, δεν είναι καθόλου πρόθεσή μου να ασκήσω αυστηρή κριτική στονKramnik για την επιλογή 62.Πxδ6+, καθώς μάλιστα ήταν η πρώτη ιδέα που πέρασεκαι από το δικό μου μυαλό όπως παρακολουθούσα την παρτίδα. Επιπλέον, ακόμα καιτώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, λίγο μετά την ολοκλήρωση της παρτίδας, δενμπορώ να ισχυριστώ με απόλυτη βεβαιότητα ότι γνωρίζω την αντικειμενική εκτίμησητου φινάλε Ρ+Α+2Σ εναντίον Ρ+3Σ –αν μη τι άλλο, επειδή δεν ανέτρεξα σε βάσειςδεδομένων (tablebases) ή δεν έκανα εξαντλητική ανάλυση. Θεωρώ το σφάλμα του Kramnikαπόλυτα δικαιολογημένο μετά από πολλές ώρες παιχνιδιού και με έντονη τηνσυναισθηματική ανάγκη να ξεκαθαρίσει την κατάσταση όσο περισσότερο γίνεται.Ελπίζω όμως να είναι φανερό πια ότι το λάθος του ήταν ψυχολογικό και όχι«σκακιστικό», καθώς και ότι θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί χρησιμοποιώντας τηνμέθοδο της συγκριτικής σκέψης την κατάλληλη στιγμή.
Τέλος, δεν μπορώ να μην επαναλάβω την προειδοποίηση που ανέφερα στην αρχή τουκειμένου. Η συγκριτική σκέψη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σεπεριπτώσεις όπου δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν υπολογισμοί ακριβείας,είτε από αδυναμία του παίκτη είτε επειδή ο χρόνος σκέψης είναι περιορισμένος.Αν κάποιος μπορεί να τα υπολογίσει όλα μέχρι τέλους, τότε πρέπει να το κάνει.
Ο/Η RIZOPOULOSείπε...Επιτρέψτε μου αγαπητέ Κε Κουρκουνάκη να παραθέσωτην άποψη ότι η συγκριτική σκέψη έχει εφαρμογή –εκτός φυσικά των περιπτώσεωνπου αναφέρετε και σε περιπτώσεις σαφούς χειρότερης έως χαμένης θέσης. Η κλασικήπερίπτωση δηλαδή όπου με ‘φυσιολογικές’ κινήσεις είμαστε χαμένοι, οπότεεπιλεγούμε μια αντικειμενικά κατώτερη συνέχεια η οποία όμως (εκτιμούμε) ότιεμπεριέχει μια ποσότητα δηλητηρίου για τον αντίπαλο και αυξάνει έτσι τιςπιθανότητες λάθους του (όπως βέβαια και τις δικές μας πιθανότητες να χάσουμεγρηγορότερα από το ‘αναμενόμενο’). Επίσης ο περιορισμένος χρόνος σκέψης μπορείκάλλιστα να είναι και του αντιπάλου οπότε πάλι είναι ίσως συγκριτικά προτιμότερο–μόνον βεβαίως αν η θέση μας είναι χειρότερη- να παιχτεί κάτι υποδεέστερο αλλάτο οποίο (εκτιμούμε πάντα) ότι θα τον οδηγήσει σε ψυχολογική και χρονική πίεση.Ουτως η άλλως νομίζω ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σκακιστών (συμπεριλαμβανομένωνκαι των παγκοσμίων πρωταθλητών) παίρνει τις αποφάσεις της με βάση κάποιαψυχολογική διαδικασία συγκριτικής αξιολόγησης. Η αυστηρά ‘επιστημονική’αντιμετώπιση ,δηλαδή το ‘παίζω εναντίον της θέσης και ΟΧΙ εναντίον του αντιπάλουαπαντάται πολύ σπάνια. Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό μόνον 3 ονόματα μεγάλωνσκακιστών: Aλιέχιν, Οιβε, Φίσερ.Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ευβοική Ένωση Σκακιστών" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
