ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (
http://www.politicalreviewgr.blogspot.com)
28.11.11
Tου Αντώνη ΜανιτάκηΚαθηγητή Συνταγματικού Δικαίου « Η κρίση που αποκαλούμε οικονομική είναιπάνω από όλα κρίση του τρόπου ζωής μας(…) βαραίνει όλους μας ενόχους καιαθώους, είναι κρίση του σημερινού ανθρώπου, κρίση του «είμαστε εμείς». «Καιέπειτα για σκεφτείτε το λιγάκι: αυτή η καταστροφή που πλήττει καίρια της ζωήμας και η ίδια μας η ζωή δεν έχουν κάποια σχέση με τον νόημα των λέξεων με τιςοποίες αγωνιζόμαστε να πούμε όσα πράττουμε και όσα μας συμβαίνουν; Τι άλλοσήμαινε οικονομία παρά το νόμο του οίκου, για ποιό πράγμα μιλούσε αυτή η λέξηαν όχι ακριβώς για το σπίτι μας; Και ποιο είναι σήμερα το σπίτι μας –το κοινόμας σπίτι- αν όχι, είτε το επιζητήσαμε είτε όχι, ολόκληρος ο κόσμος; (ΓιάννηςΚιουρτσάκης, Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη, Ίνδικτος, 2009)
1.Το τέλος της μεταπολίτευσης και η επώδυνηκυοφορία μιας άλλης εποχήςΑνεξάρτητα από τη θέσηπου παίρνει κανείς, αρνητική ή θετική, απέναντι στην αναγκαστική υπαγωγή τηςχώρας μας υπό την επιτήρηση του«Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης» με τη σύναψη της «Δανειακής Σύμβασης Διευκόλυνσης» των 80 δισεκατομμυρίων Ευρώ και μετην προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκείνο που διαφαίνεται, ως σίγουρο, είναι ότι το έτος 2010, καιακριβέστερα η 3η ή η 8η Μαΐου, σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολίτευσης και τηναπαρχή μιας άλλης εποχής.Μιας εποχής, με ασαφή, δυσδιάκριτα και σφόδρααμφιλεγόμενα -είναι αλήθεια- χαρακτηριστικά και με συνέπειες που σφάζουν ήπροκαλούν δέος, αλλά με προοπτική μακράς διάρκειας και με ενδείξεις διαμόρφωσηςνέας ιστορικής περιόδου[1]. Οι αλλαγές που συντελούνται, αλλά κυρίως αυτές που προμηνύονται ή καθιερώνονταινομοθετικά εις εκτέλεση του «Μνημονίου»και του "Μεσοπρόθεσμου", προοιωνίζονται, όλες μαζί, ένα σκηνικό ατομικής και κοινωνικής διαβίωσης καικυρίως μορφές εργασίας, απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης καθώς και σχέσειςκράτους- οικονομίας, κοινωνίας και κράτους, πολίτη και διοίκησης, ριζικάδιαφορετικές από αυτές που ζήσαμε την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Βρισκόμαστε μπροστά στηνεπίπονη ανάδυση ενός κοινωνικού καιεργασιακού καθεστώτος, εντελώς διαφορετικού από αυτό που γνωρίσαμε το δεύτερο ήμισυ του περασμένουαιώνα, με διευρυμένη πολιτική αβεβαιότητα και εκτεταμένη κοινωνική ανασφάλεια.Κατάρα ή μοναδικήευκαιρία, συνειδητή επιλογή ή αναγκαίο κακό, το αποκαλούμενο σχηματικά«Μνημόνιο», στην πραγματικότητα ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (ΕΜΣ) καισήμερα το Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, είναι ωστόσο εδώ και είμαστε αναγκασμένοι ως κράτος-μέλος τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης να συμμεριζόμαστε και να συμμορφωνόμαστε μετις κοινές και ομόφωνες αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της ΕΕ. Δεν πρέπει ναξεχνάμε ότι έχουμε απαλλοτριώσει οριστικά τη νομισματική μας κυριαρχία και έχουμε αποδεχτεί οικειοθελώς και ασμένως σοβαρούς περιορισμούς στηδημοσιονομική του κυριαρχία, πριν από πολλά χρόνια και ότι η χώρα μας έχει επί πλέον συναινέσειεπανειλημμένως στην οικονομική της λιτότητας και του ισχυρού ευρώ. Είμαστεκαταναγκασμένοι να προγραμματίζουμε τη ζωή μας με βάση δημόσιες ευρωπαϊκέςπολιτικές, που ενδεχομένως δεν αποδεχόμαστε πολιτικά, που ίσως και αποστρεφόμαστε, επειδή πιστεύουμε ακράδαντα ότιμια άλλη Ευρώπη με μια άλλη οικονομική πολιτική, εντελώς διαφορετική,είναι εφικτή και μπορεί ακόμη και τώρανα επιβληθεί με τη συνεργασία όμως και τον συντονισμό των λαών της Ευρώπης. Το πλέον εύκολο καιαπλοϊκό μαζί θα ήταν, βέβαια, να αγνοήσουμε την "μνημονιακή" πραγματικότητα και ενεργώντας,όπως πρίν, με περισσή πολιτική ευήθεια να αρκεστούμε στην ιδεολογική καταδίκητης, στη δαιμονοποίηση και στην γενικόλογη ιδεολογική απόρριψή της προσδοκώνταςκαι προφητεύοντας, ως Κασσάνδρες, τηνμοιραία ανατροπή της εξ αιτίας τωνκοινωνικών δεινών που προβλέπουμε ότι θα επισωρεύσει. Η στρουθοκαμηλική αυτήστάση, που καθοδηγείται από έναν αφελήαριστερό βολονταρισμό και διέπεται από έναν αθεράπευτο σοσιαλιστικό ιδεαλισμό,αρνείται να δεί ότι το αποκαλούμενο«Μνημόνιο» δεν αποτελεί ένα ατύχημα ούτε ένα παραστράτημα της οικονομικής καιπολιτικής μας ζωής, ένα λάθος τηςοικονομικής ιστορίας, που κάποτε θα εξαλειφθεί χωρίς να αφήσει ίχνη τηςπαρουσίας του. Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας έρχεται από μακριά και θα πάειμακριά, αφού εξάλλου συναρτάται και μια παγκόσμια οικονομική ύφεση.Για τον λόγο αυτό καιοι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνται τόσο βίαια γύρω μας, δεν είναισυγκυριακές ούτε παροδικές, έστω και αν δρομολογήθηκαν με αφορμή μια πρωτοφανήκαι αναπάντεχη κρίση χρέους του ελληνικού κράτους. Ανταποκρίνονται σε διαρκείς και δομικές ανάγκες ή αδυναμίες ή ιδιομορφίες της ελληνικήςοικονομίας και επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν, μεταξύ των άλλων, τον αντιπαραγωγικό και μεταπρατικόχαρακτήρα της.Οι διαρθρωτικέςαδυναμίες της ελληνικής κοινωνίας ήταν γνωστές και αποτελούσαν κοινό τόποπολλών Ελλήνων διανοητών, από την εποχή της Μεταπολίτευσης, όπως, μεταξύ τωνάλλων, του Κ. Τσουκαλά[2]. Για να αναφέρω έναν ακόμη, διανοητή της ίδιας περιόδου, τον Π. Κονδύλη, θα μετέφερα,ακέραια, μία μόνον σκέψη του από όσες είχε τότε διατυπώσει επισημαίνοντας, ότι «ακόμη και η απλούστερη σκέψη και γνώσηφανερώνει ότι οικονομική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση τωνπαραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τοναντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προπαντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά ηχώρα δεν τα παράγει αλλά τα εισάγει και για να τα εισάγει δανείζεται, δηλαδήεκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της. Ο δρόμος τηςανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμηςμόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού, της εκποίησης της χώρας»[3]. Μπορεί κανείς να μη συμμερίζεται τις θεωρίεςτου Κονδύλη, οφείλει όμως να αναγνωρίσει ότι υπήρξε προφητικός διαπιστώνονταςότι «η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσιαχρόνια φτάνει στο τέλος της…». Η Ελλάδα "βρίσκεται στους πιο χαμηλούςδείκτες καταμερισμού της υλικής καιπνευματικής εργασίας»[4].Είκοσι χρόνια αργότεραμπορούμε όλοι να διαπιστώσουμε ότι η υπόσχεση της Μεταπολίτευσης για μια διαρκή ευημερία και ανθούσαδημοκρατική κοινωνία έχει οριστικά διαψευσθεί, μεταξύ των άλλων και διότι:"η ευημερία εξετράπη σε καταναλωτική βουλιμία, σε απληστία καικατασπατάληση. Ο άφρων δανεισμός δεν μπορεί πλέον να τροφοδοτήσει την άφρονακατανάλωση, όταν οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και, ακόμη χειρότερα, ότανχάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας και η φτώχεια κατατρώει τα μεσοστρώματα".Χρειαζόμαστε "επειγόντως έναμοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης και μαζί ένα ριζικά νέο τρόπο διαβίωσης, που θαδιακρίνει σαφώς την ευημερία από τη σπατάλη, την αξιοπρέπεια από τη χλιδή, πουθα προκρίνει τον γενναιόδωρο δημόσιο χώρο έναντι του κανιβαλικού πλουτισμού τηςαγέλης. Η κρίση, το βλέπουμε, δεν αφοράμόνο οικονομικά μεγέθη, αφορά ανθρώπους, ψυχές, αφορά τη βιόσφαιρα. Η αλλαγήπαραδείγματος βίου είναι προαπαιτούμενο της βιώσιμης ανάπτυξης.."[5].Η κρίση επομένως είναικαθολική, έστω και αν εντοπίζεται στην οικονομία. Αγγίζει όχι μόνον του θεσμούςκαι μάλιστα του πολιτικούς, αλλά και τον τρόπο ζωής και εργασίας μας, καικυρίως αυτόν. Είναι αυτονόητο, ότι λόγω ειδικότητας θαπεριοριστώ στην σχηματική επισήμανση των διαρθρωτικών αλλαγών που επέρχονταιστο πολιτειακό επίπεδο, δηλαδή στην Πολιτεία μας με την αρχαιοελληνική σημασίατου όρου, πριν επιχειρήσω στο δεύτερο μέρος να αναλύσω αυτά που εδώ απλώς επισημαίνω.
2.Εντοπισμός των θεσμικών διαφορών της Μεταπολίτευσης του 1974 από τη νέαιστορική περίοδο που άρχισε το 2010
Αν σταθούμε στιςαλλαγές που συντελούνται, θα παρατηρήσουμε ότι από τα πλέον προφανή χαρακτηριστικά τους είναι ότι αυτέςέρχονται εξ ορισμού σε ρήξη με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα τηςΜεταπολίτευσης. Αξίζει τον κόπο να ανιχνεύσουμε ορισμένες μόνο, τις πιοεπιφανειακές "ρήξεις' ή "διαφορές", μήπως και διαγνώσουμε το τικυοφορείται.Η πλέον ορατή ρήξη μετην μεταπολιτευτική πραγματικότητα αφορά το χώρο της οικονομίας και ειδικότερατη διαμόρφωση και άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Είναι προφανές ότι ητελευταία ούτε διαμορφώνεται ούτε ασκείται, πλέον, "κυρίαρχα" από τοεθνικό κράτος ή την εθνική κυβέρνηση, υπαγορεύεται ρητά από τις δανείστριες χώρες της Ελλάδος, που ενεργούν όμωςυπό την ιδιότητα του εταίρου της ΟΝΕ και στο όνομα του ενιαίου νομίσματος. Ηιδιότητα του εταίρου μας υπενθυμίζει ότι και να μην ήταν οφειλέτης-χώρα ηΕλλάδα, πάλι όφειλε να ακολουθεί πειθαρχημένη νεοφιλελεύθερη δημοσιονομικήπολιτική όπως όλες οι χώρες της Ευρωζώνηςκαι να συντονίζει την οικονομική της πολιτική μαζί τους. Με την ένταξή της στο Ευρώ η Ελλάδα, παράλληλα με τηνεκχώρηση της νομισματικής της κυριαρχίας, ανέλαβε την πάγια διεθνή υποχρέωση ναακολουθεί σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συνθήκες τη αυστηρή δημοσιονομική καιοικονομική πολιτική, που διαμορφώνουν από κοινού τα κράτη της Ευρωζώνης.Δεύτερο χαρακτηριστικότων αλλαγών αλλά και των μεταρρυθμίσεων είναι ότι, παρόλο που αφετηρία τουςέχουν την οικονομία και ειδικά τη δημοσιονομική πολιτική, έχουν άμεσες καικαθοριστικές επιπτώσεις στο κράτος, στο ρόλο του και στην αποστολή του απέναντιστην οικονομία και στην κοινωνία. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνταιαλλάζουν τον ρόλο του κράτους στηνοικονομία, χωρίς όμως να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι το κράτος εγκαταλείπει τον κεντρικό του ρόλοκαι ειδικά τον εποπτικό και ελεγκτικό που ασκούσε ούτως ή άλλως σε αυτήν. Μια σημαντική διαφοράεντοπίζεται άρα στον διαφορετικό ρόλο και στην διακριτή συμμετοχή που είχε το κράτος σε κάθε μία από τις δύοπεριόδους στη διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής και της σημερινήςπραγματικότητας. Το κράτος της προ-μεταπολιτευτικής περιόδου, δηλαδή ηδιοικητική του οργάνωση και οι βασικές αποστολές του, δεν πειράχτηκαν με τηνΜεταπολίτευση. Απλώς εκδημοκρατίστηκε, ασπάστηκε δικαιο-κρατικούς θεσμούς, ανάλαβε αποστολές και ευθύνες κοινωνικές,ευθύνες κράτους κοινωνικού. Άλλαξε η μορφή του όχι η ουσία του. Δεν τέθηκαννέες βάσεις. Αναδιοργάνωση, ουσιαστική, της Διοίκησης δεν έγινε ποτέ, ανεξαιρέσει κανείς τις ημιτελείς απόπειρες διοικητικής αποκέντρωσης. Στην παρούσα περίοδο,αντίθετα, το κράτος και η διοίκησή του βρίσκονται στο επίκεντρο τωνμεταρρυθμίσεων. Το ζήτημα της ανοικοδόμησης του κράτους αποτελεί το κεντρικόκαι κρίσιμο θεσμικό ζήτημα, ενώ η αλλαγή του κυβερνητικού συστήματος έρχεται σεδεύτερη μοίρα[6].Το αντίστροφο συνέβηστη Μεταπολίτευση, η οποία δεν πρόσεξε ήπαραμέλησε τη διοικητική οργάνωση τουκράτους και περιορίστηκε σε συνταγματικέςδιακηρύξεις για αποκέντρωση και για πρώτου και δεύτερου βαθμού αυτοδιοίκηση, ηοποία λειτούργησε, τελικά, ως εστία πολιτικής συναλλαγής, άκρατηςρουσφετολογίας και απίθανης διαφθοράς. Η νέα ιστορική περίοδος, αντίθετα,αρχίζει με την βεβιασμένη απόπειραμεταρρύθμισης ενός αναχρονιστικού, σπάταλου, γραφειοκρατικού και αναποτελεσματικούκράτους.Το ίδιο καθοριστικές,αν και λιγότερο αισθητές, είναι εξάλλου και οι επιπτώσεις που παρατηρούνται και στην ελληνική ιδιωτική-αστικήκοινωνία, που ήταν πάντα κρατικοδίαιτη, "καχεκτική", με μειωμένηκοινωνική αυτοδυναμία, όπως ήδη επισημάναμε. Η αλλαγή του μοντέλου οικονομικήςανάπτυξης δημιουργεί νέες συνθήκεςκοινωνικής αναπαραγωγής και νέους όρους οργάνωσης τόσο της ιδιωτικής όσο καιτης πολιτικής κοινωνίας, οι οποίοι όμως καθορίζονται από την ευρωπαϊκήιδιωτική-αστική κοινωνία. Οι αλλαγές στην κοινωνία είναι και αυτέςαποτέλεσμα της σχέσης του κράτος με τηνκοινωνία και με τους πολίτες και το αντίστροφο.
3.Χρεοκοπία του πολιτικού και κομματικού συστήματος εν μέσω σταθερούκοινοβουλευτικού πολιτεύματος
Υπάρχει όμως και μιατρίτη κατηγορία σημαντικών αλλαγών, των πιο σημαντικών, που εντοπίζονται στο πολιτικό σύστημα, με ασαφή ωστόσο ήδυσδιάκριτα ακόμη χαρακτηριστικά. Τοπολιτικό και κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης δείχνει να καταρρέει.Φαντάζει πολιτικά απαξιωμένο, ενώ πασχίζει εν μέσω κρίσης και πολιτικήςσύγχυσης να ανασυνταχθεί. Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε, συνθετικά, τηνπερίοδο της Μεταπολίτευσης με αυτήν πουάρχισε τον Μάϊο του 1910, θα διαπιστώσουμε ότι οι διαφορές τους είναιδυσδιάκριτες όχι μόνον διότι κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα, αλλά και διότιεμφανίζουν, διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν κατοικοεδρεύουνστο ίδιο επίπεδο. Η μεταπολίτευση του1974 συνδέθηκε με μια μείζονα πολιτικήαλλαγή, που εντοπιζόταν κυρίως στη μορφή του πολιτεύματος. Η περίοδος τουΜνημονίου άρχισε, αντίθετα, με μιαβαθειά οικονομική κρίση, που συνεπάγεταιγια να αντιμετωπιστεί ριζικές αλλαγές στην οικονομία καθώς και στη δημόσιαοικονομική και δημοσιονομική πολιτική, αλλά και στο κράτος που χρειάζεται καιαυτό μια ριζική μεταρρύθμιση.Το 1974/75 συντελέστηκεμια πολιτειακή μεταβολή: κατέρρευσε μια δικτατορία, καταργήθηκε η μοναρχίακαι αποκαταστάθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Άλλαξε δηλαδή ημορφή του πολιτεύματος και μαζί τουοικοδομήθηκε ένα νέο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Το υπάρχον όμως τότεοικονομικό και κοινωνικό σύστημα όχι μόνον δεν θίχτηκε, αλλά ενισχύθηκε καικραταιώθηκε.Το 2010 η αλλαγή αρχίζει από την αλλαγή του οικονομικούπαραδείγματος, της οικονομικής πολιτικής, χωρίς να θιγεί το πολίτευμα, αφού οιοικονομικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται μέσα στο πλαίσιο της ίδιαςσυνταγματικής νομιμότητας. Το συνταγματικό πολίτευμα μένει ανέπαφο, η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν αμφισβητείταικαι το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργεί ομαλά.Σε αντίθεση ωστόσο μετο πολίτευμα, το πολιτικό και κομματικό σύστημα δείχνει, αυτό σήμερα, να καρκινοβατεί, απαξιωμένο καιαπονομιμοποιημένο. Το ιδιάζον μάλιστα και ενδιαφέρον της παρούσης συγκυρίας είναι ότι την ίδια στιγμή που το πολιτικό σύστημακλονίζεται, η δημοκρατική και κοινοβουλευτική νομιμότητα τηρείται και τοπολίτευμα λειτουργεί ομαλά. Η βαθειά και πρωτοφανής οικονομική και κοινωνικήκρίση δεν μετατράπηκε σε πολιτική ή συνταγματική κρίση ούτε σε ακυβερνησία. Ησοβαρή δοκιμασία του πολιτικού συστήματος δεν έθιξε την ομαλή λειτουργία τοκοινοβουλευτικού συστήματος και δεν οδήγησε σε ακυβερνησία. Επομένως από τις όλες τις προηγούμενες διαφορές η πιο σημαντική θεσμική διαφοράμεταξύ των δύο περιόδων εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο της πολικής:στην πλήρη "χρεοκοπία" του πολιτικού συστήματος. Η Μεταπολίτευση λήγει με την κατάρρευση και πλήρηαπαξίωση του υπάρχοντος πολικού και κομματικού συστήματος. Ενός συστήματος πουχάρισε, ωστόσο, στην κοινοβουλευτικήδημοκρατία του 1975, χάρις στη δημιουργία μαζικών κομμάτων και πειθαρχημένεςκοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, ομαλότητα και σταθερότητα.Ο διαφορετικόςαντίκτυπος της οικονομικής κρίσης στο πολίτευμα και στο πολιτικό σύστημααποτελεί ένα χαρακτηριστικό, αξιοσημείωτο, της παρούσας περιόδου, που πρέπει ναέχουμε υπόψη μας, αν θέλουμε να προγνώσουμε τις πολιτικές και συνταγματικέςεξελίξεις.
4.Κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας κύρια συμπτώματα της παρακμής της δημοκρατικής Μεταπολίτευσης του1975. Η Ελληνική Δημοκρατία αντιμέτωπη με τον εαυτό της μετά την πλήρη απαξίωσηή απονομιμοποίηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών της.Το πολιτικό καικομματικό σύστημα κλυδωνίζεται, σήμερα, μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένουεκφυλισμού και πολιτικής απογοήτευσης, αφού προηγουμένως ανέχτηκε και εξέθρεψετο ίδιο τη διαπλοκή της οικονομικής με την πολιτική εξουσία και αφού εξοικείωσεεπί είκοσι χρόνια την κοινή γνώμη και τους πολίτες με τα σκάνδαλα και τηνσκανδαλολογία. Η χώρα πορευόταν χωρίςσταματημό μέσα σε ένα ορυμαγδό συνεχών αποκαλύψεων φαινομένων διαφθοράς σεόλους τους τομείς του δημοσίου βίου καιμεγάλης απαξίωσης θεσμών και φορέων. Μια εικόνα σκυθρωπή επισκίαζε τα τελευταίαχρόνια τα επιτεύγματα και τις ατέρμονες προσπάθειες για μεταρρύθμιση καιεκσυγχρονισμό της πιο ομαλής κοινοβουλευτικά συνταγματικής περιόδου, πουγνώρισε ο τόπος μας[7].Αυτό που τελικά έμεινε,ως βασικό χαρακτηριστικό της μεταπολιτευτικής περιόδου, είναι η αναξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας και η βαθειά κρίση εμπιστοσύνηςπρος τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, προς τη Βουλή και τους Βουλευτές της, τηνομοθετική και αναθεωρητική εξουσία και κυρίως προς τα πολιτικά κόμματα. Ηκρίση αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης δεν άφησε ανέγγιχτη ούτε τη δικαστικήεξουσία, δυστυχώς ως θεσμό, ενώστιγμάτισε ανεξίτηλα τη Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Σε παρατεταμένη παρακμή και εκφυλισμό είχανπεριέλθει τα τελευταία χρόνια και οι συμμετοχικοί θεσμοί διοίκησης τωνπανεπιστημίων, την ίδια στιγμή που το εκπαιδευτικό μας σύστημα παρέπαιε καιαναζητούσε απεγνωσμένα τρόπους ναορθοποδήσει και εκσυγχρονιστεί.Βρισκόμαστε, ως λαός,σήμερα μπροστά σε μια νέα μεταπολίτευση,που μόλις άρχισε να φανερώνεται. Μια μεταπολίτευση που συνειδητοποιεί έκπληκτηότι η δημοκρατική αναγέννηση του 1975 είχε παρακμάσει, διότι στηριζόταν, μεταξύ των άλλων, σε μια απατηλήκαι υποθηκευμένη με υπέρογκα δάνεια ευημερία[8]. Είχε παραδοθεί στο θάμπος μιαςεπιδερμικής δημοκρατικής ευφορίας, πουυποθάλπονταν από μια καταναλωτική μανία και μια ακατάσχετη παραχολογία. Είχεακόμη αφεθεί στη θαλπωρή ενός ευτραφούς ρητορικά και συνταγματικά, αλλάκαχεκτικού ασφαλιστικά, κοινωνικού κράτους, που κινδύνευε να καταρρεύσει ωςχάρτινος πύργος αφού τα θεμέλιά του, το ασφαλιστικό κεφάλαιο, ήταν σαθρά. Ο βίος τηςμεταπολιτευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδαμόνον ως πολιτικό δράμα μπορεί να αναπαρασταθεί. Γνώρισε στη διάρκεια δύο μόνονδεκαετιών αυτό που άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες χρειάστηκαν μισό μόνον αιώναγια να συνειδητοποιήσουν: τον θρίαμβο και την πτώση της ιδέας τηςαντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Την ίδια χρονική περίοδο που αποκαθίστανται καιεδραιώνονται οι δημοκρατικοί και κοινοβουλευτικοί θεσμοί στη χώρας μας και λειτουργεί ομαλά με αξιοζήλευτηκυβερνητική σταθερότητα το συνταγματικό πολίτευμα, την ίδια χρονική περίοδο,από το μέσον της περιόδου, η χώρα βιώνει καθημερινά την παρακμή, την πολιτική απαξίωση των αντιπροσωπευτικώντης θεσμών. Ποτέ άλλοτε στη συνταγματική μας ιστορία οι συνταγματικοί μας θεσμοί, κοινοβουλευτικήδημοκρατία, κράτος δικαίου και δικαιώματα, δεν ήταν τόσο, καλά, τυπικά, κατοχυρωμένοι και ποτέ άλλοτε δεν ήταν,ταυτόχρονα τόσο απαξιωμένοι ή και για πολλούς πλήρωςκαταρρακωμένοι ή τόσο αναξιόπιστοι[9].Η προηγούμενηδιαπίστωση είναι ουσιαστικά εμπνευσμένη από μια ανάλογη σκέψη του Γάλλουστοχαστή Γκωσέ, ο οποίος στο πρώτο τόπου του βιβλίου του(...)[10], αναφερόμενοςστη Δημοκρατία γενικά σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο είχε εντοπίσει τηνακόλουθη ιστορικής σημασίας αντίφαση της εποχής μας: η Δημοκρατία ως πολίτευμακαι ως ιδέα είναι στην εποχή μας οικουμενικά καταξιωμένη, ποτέάλλοτε δεν είχε γνωρίσει τόση αίγλη και δεν αισθανόταν τόσο καλά εδραιωμένη. Και όμως ποτέ άλλοτεδεν έδειχνε τόσο άδεια εσωτερικά καιτόσο ανήμπορη.Η δημοκρατία δεν είχεπλέον εξωτερικούς εχθρούς είχε αποκτήσει όμως έναν αδυσώπητο, αδιόρατο αντίπαλο:τον εαυτό της. Η δημοκρατία εναντίον του εαυτού της, αυτός ήταν, άλλωστε, οτίτλος ενός προγενέστερου βιβλίου του ίδιου συγγραφέα[11]. Το ίδιο και η Ελληνική Δημοκρατία φαίνεταινα μην απειλείται πλέον από εξωτερικούς εχθρούς, κινδυνεύει όμως από τον κακόεαυτό της, μαραζώνει κατατρώγονταςτα σωθικά της.Αυτή είναι κατά τηγνώμη μου η μείζων αντίφαση της μεταπολιτευτικής εποχής: η μορφή και η βάση τουπολιτεύματος, ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, είναι εκεί, σταθερή και ακλόνητη, και μαςκοιτά απρόσωπα και παγερά, ανέπαφη. Και εμείς στεκόμαστε απέναντί της, παραζαλισμένοι ή αλλόφρονες καιπάντως χαμένοι. Διερωτόμαστε για το αν έχουμε ή δεν έχουμε ακόμη δημοκρατία και κοινωνικό κράτος, αν έχεικαταλυθεί ή όχι η συνταγματική νομιμότητα, η εθνική και λαϊκή κυριαρχία ή τοκράτος δικαίου. Διερωτόμαστε αν ηδημοκρατία και το κοινωνικό κράτος είναι απτές πραγματικότητες ή πλάσματα τηςφαντασίας μας. Το αξιοπερίεργο μάλισταείναι ότι ενώ διαπιστώνουμε βαθειά κρίση της Δημοκρατίας και τουαντιπροσωπευτικού συστήματος, κρίνουμε, ωστόσο, και επικρίνουμε, καταγγέλλουμεκαι κατακρίνουμε πράξεις και αποφάσεις της Κυβέρνησης με αποκλειστικόαξιακό γνώμονα πάντα τη δημοκρατία καιτην εθνική και λαϊκή κυριαρχία και όχι κάποιο άλλο πολίτευμα ή ιδεατό σύστημα,όπως το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα είχαμε ως κανόνα αναφοράς και σύγκρισηςτον σοσιαλισμό ή την αποκαλούμενη πραγματική δημοκρατία. Ακόμη και αυτοί πουαναθεματίζουν συνταγματικά το Μνημόνιο, επικαλούνται, για να ξορκίσουν το κακόκαι να καταγγείλουν τα δεινά που επέρχονται, την παραβίαση του Συντάγματος καιτην προσβολή της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, απόδειξη της αντοχής καικαθολικής αποδοχής των δημοκρατικών αξιών.Αλλά και όσοιαντιμετωπίζουν το Μνημόνιο ως σανίδα σωτηρίας, πάλι στο Σύνταγμα-γνώμονακαταφεύγουν και τη Δημοκρατία επικαλούνται, όταν θέλουν να δικαιολογήσουν ταμέτρα που λαμβάνονται και τις αλλαγές που συντελούνται. Στις οξύτατες πολιτικέςτους αντιπαραθέσεις οι αντιμαχόμενες έχουν τουλάχιστον έναν κοινό αξιολογικόκώδικα.
3.Τα πρώτα, ορατά σε μας, γενικά σημάδια της νέας παγκοσμιοποιημένης εποχής: "επιμερισμένη ή δικτυακή κυριαρχία"και 'πλανητική διοικητική- αστυνόμευση" της οικονομικής ζωής των λαών μέσωτων αγορών.
Αν αποδίδουν τηνπραγματικότητα ή έστω ένα μέρος της αλήθειας οι προηγούμενες διαπιστώσεις, τότεη χώρα εισέρχεται σε νέα εποχή με σταθερό και εδραιωμένο, τυπικά και θεσμικά,το συνταγματικό της πολίτευμα με απαξιωμένους και απονομιμοποιημένους πλήρωςτους αντιπροσωπευτικούς τους θεσμούς και κυρίως το πολιτικό και κομματικό τηςσύστημα. Και η νέα εποχή δεν είναι άλλη από εκείνη της παγκοσμιοποίησης. Η διαφορά εποχής με τη Μεταπολίτευση γίνεταιαντιληπτή από τα πρώτα βήματά της: ηλαϊκή δόξα του 1975 στηρίχτηκε στηναπήχηση και αποδοχή που είχαν τα πολιτικά συνθήματα της εθνικής ανεξαρτησίαςκαι της λαϊκής κυριαρχίας-παρόλο που ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ φώναζαν τις πρώτες μέρεςότι είχαμε επιτηρούμενη δημοκρατία.Η νέα πολιτική περίοδοςδιανύεται σε συνθήκες σχετικής και επιμερισμένης μέσα στην ΕΕ και διαδικτυομένης σε ολόκληρο τον κόσμοκυριαρχίας[12]. Η πρώτη άρχισε με τηνπτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η δεύτερη αρχίζει με την δικτατορία του Ευρώ[13] και με σύστημαοικονομικής διακυβέρνησης ολιγαρχικό. Μια πανίσχυρη παγκόσμια χρηματοπιστωτικήολιγαρχία καθορίζει το μέλλον όχι μόνοντης Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης[14]. Η προηγούμενηθεμελιώδης διαπίστωση μας αναγκάζει να εντάξουμε την ιδιόμορφη περίπτωση τηςΕλλάδος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιογίγνεσθαι. Διότι μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε αυτά που ζούμε[15]. Μόνον αν δούμε τη χώρα μας ως τμήμα αναπόσπαστο της Ευρώπης και ως μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίαςτης αγοράς, είναι δυνατόν να καταλάβουμε τους κλυδωνισμούς που βλέπουμε ή τουςτριγμούς που ακούμε και να αφουγκραστούμε τις τρομακτικές αλλαγές πουσυντελούνται ή προμηνύονται.Γι΄αυτό και ως τηνπλέον πετυχημένη ονοματοδοσία της ιστορικής περιόδου, που μας απασχολεί θεωρώ εκείνη του Γιάννη Βούλγαρη, ο οποίοςδιακρίνοντας την ιστορική περίοδο της μεταπολίτευσης, που έχει άρχισεουσιαστικά να εκπνέει από τα τέλη της δεκαετίας του 90, από την περίοδο που τηνδιαδέχτηκε και διανύουμε ακόμη σήμερα, αποκαλεί την πρώτη, περίοδο τηςδημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας, ενώ τη δεύτερη, περίοδο ένταξης της Ελλάδας στη ιστορική διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.Ο τίτλος του πονήματός του είναι εύγλωττος: «Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευσηστην παγκοσμιοποίηση»[16]. Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης εδραιώνεται τογνωστό από τις άλλες χώρες θεσμικό-κοινωνικό μοντέλο της μαζικής δημοκρατίας[17], του οποίου ταθεμελιακά γνωρίσματα συμπυκνώνονται: «στην ευρεία κρατική παρέμβαση στηοικονομία με αναπτυξιακούς και αναδιανεμητικούς σκοπούς, στην οργάνωση τωνπολιτών σε μαζικά κόμματα, συνδικάτα και κοινωνικές οργανώσεις και στηνανάπτυξη του κράτους πρόνοιας»[18].Η παγκοσμιοποίηση έχειαλλάξει άρδην το σκηνικό αυτό και αναγκάζει την πολιτική ζωή της χώρας μας ναυπάρχει και να λειτουργεί μέσα από την αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση τουεθνικού με το υπερεθνικό και το παγκόσμιο (παγκόσμιο-υπερεθνικό-εθνικό). Όσο«γρηγορότερα κατανοήσουμε, γράφει ο Βούλγαρης, και όσο βαθύτερα επεξεργαστούμετο νέο αυτό πλαίσιο τόσο επιτυχέστερη θα είναι η πορεία της Ελλάδος σε αυτά ταπρώτα βήματα της παγκοσμιοποίησης που ζούμε»[19].Στην ουσία ζούμε στηνΕλλάδα μια παραδειγματική εφαρμογή του τρόπου πλανητικής διακυβέρνησης τουκόσμου την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς ή,εκφραστικότερα, την εποχή της «Αυτοκρατορίας», για να χρησιμοποιήσω τοναμφιλεγόμενο όρο των Τόνυ Νέκγρι καιΜίκαελ Χάρντ[20]. Αξίζει τον κόπο, πιστεύω, να προσέξουμε τις σκέψεις του,ανεξάρτητα από τις τυχόν επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς λόγω κυρίως τουσχηματικού και αφοριστικού τρόπου που τις δατυπώνουν.Υποστηρίζουν ότι με τηνπαγκοσμιοποίηση έχει ή πάει να εγκαθιδρυθεί μια μορφή πλανητικής διακυβέρνησης,η οποία δεν γνωρίζει εθνικά σύνορα, αφού επικράτειά της είναι ολόκληρος οπλανήτης, τείνει να καταργήσει τη διάκριση πολιτικού και οικονομικού, αφού τασυνενώνει σε «ένα» χρησιμοποιώντας τονευγενή τίτλο «governance», ενώ, παράλληλα, υπερβαίνει την κρατική κυριαρχία.Μέσα από αυτά αναδύεται «μια νέα έννοια του δικαίου ή καλλίτερα μία νέα μορφήεξουσίας και ένα νέο σχέδιο παραγωγής κανόνων και νομικών εργαλείωνκαταναγκασμού τα οποία εγγυώνται τις διεθνείς συμφωνίες και επιλύουν τιςδιαφορές»[21]. Εργαλεία που είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς και ακόμηδυσκολότερα να τα περιγράψει με ακρίβεια. Πρόκειται, πράγματι, για «αλλαγήπαραδείγματος που ορίζεται από την αναγνώριση στην πράξη μιας εξουσίας πουεπικαθορίζεται μεν από τα κυρίαρχα κράτη ενώ είναι, ταυτόχρονα, σχετικάανεξάρτητη από αυτά, ικανής να λειτουργήσει ως κέντρο μια νέας παγκόσμιας τάξηςασκώντας μια αποτελεσματική κανονιστική ρύθμιση και εν ανάγκη και έναν καταναγκασμό»[22].Η «Αυτοκρατορία»ν, ανακολουθήσουμε τη σχηματική αλλά εντυπωσιακά διαυγή σκέψη των δύο αυτώνσυγγραφέων, υπέρκειται των κρατών και εκδηλώνει την ιδιότυπη πλανητικήκυριαρχία της μέσα από ένα πυκνό πλέγμα δυσδιάκριτων σχέσεωνοικονομικό-πολιτικών, εθνικών και διεθνών. Διαχέεται σε ένα δίκτυο πολλαπλώνκέντρων εξουσίασης, στο οποίο διαπλέκονται κράτη, διεθνείς οικονομικέςοργανώσεις, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί και τραπεζικοί οργανισμοί, διεθνείς(αφανείς) αγορές κεφαλαίου κ.ά., τα οποία κυβερνούν όλα μαζί στην πράξη τονκόσμο με βάση τους νόμους μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς και υπό την παντοκρατορία τουχρηματοπιστωτικού κεφαλαίου[23].Αρκεί κανείς ναπροσέξει τα κείμενα του ‘Μνημονίου’ τιςιδιότυπες διεθνείς συμφωνίες που εμπεριέχει, τα κράτη, τους διεθνείςοργανισμούς, (Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) και τα χρηματοπιστωτικάιδρύματα (ΕΚΤ) που εμπλέκονται, τη ρητή αναφορά που γίνεται στις αγορές, τουςπρωτότυπους διεθνούς μηχανισμούς που εγκαθιδρύονται, για να καταλάβει πόσοσύνθετο και πολύπλοκο είναι το νέο, διεθνές και παγκοσμιοποιημένο σύστημαοικονομικής διακυβέρνησης του κόσμου, που έχει εγκατασταθεί και μας κυβερνά οικονομικά και πολιτικά[24]. Η Αυτοκρατορίαβασίζεται και χρησιμοποιεί για να επιβληθεί όλα τα υπάρχοντα νομικά μέσα καιτις νομικές θεωρήσεις του σύγχρονου νομικού πολιτισμού: το θετό δίκαιο, γραπτάκείμενα του εθνικού και διεθνούς δικαίου, (νόμους και διεθνείς συμφωνίες),καθώς και τις αξίες ή τις αρχές του εθνικού ή διεθνούς δικαίου και βέβαια τηναυτορρύθμιση και τη σύμβαση. Μεταχειρίζεται τη συναίνεση και τη συγκατάθεση τωνκρατών ως βασικό εργαλείο νομιμοποίησης των διεθνών αποφάσεων, χωρίς νααπορρίπτει βέβαια τη νομιμοποιημένη βία ή τη σκέτη βία όταν χρειαστεί. Ονομικός φορμαλισμός συνυπάρχει με το αναγεννημένο φυσικό δίκαιο και τις αξίεςτου ανθρωπισμού, με προνομιακό όχημα και των δύο την ιδεολογία των Δικαιωμάτωντου Ανθρώπου. Κρατική κυριαρχία και δικαιώματα του ανθρώπου χρησιμοποιούνταιδιαρκώς άλλοτε εναλλάξ και άλλοτε σωρευτικά για να δικαιολογήσουν καινομιμοποιήσουν, ανάλογα με την διεθνή συγκυρία και την εθνική περίπτωση, εξαιρετικές καταστάσεις και διεθνείς κρίσεις. Η καινοφανής αυτή«υπερεθνική κυριαρχία» ασκεί, σύμφωνα με τους ίδιους συγγραφείς,στην πράξη ένα είδος διαρκούς διοικητικής «αστυνόμευσης της οικονομίας» ή αλλιώς «οικονομικής διακυβέρνησης» όλων τωνχωρών του κόσμου. Η «αστυνόμευση» της οικονομικής ζωής δεν περιορίζεται όμωςμόνον στον έλεγχο της παραγωγής υλικών και άϋλων αγαθών, επεκτείνεται έμμεσακαι στην πειθάρχηση γενικά της εργασίας και δι΄αυτής στον έλεγχο της κοινωνικήςαναπαραγωγής συνολικά, γεγονός που καταλαμβάνει, έμμεσα, όλες τις πτυχές της κοινωνικής μας ζωής ακόμη και τη«διαχείριση» της «γυμνής ζωής», κάτι που επιτρέπει ορισμένους να μιλούν για τηνεγκαθίδρυση μιας πραγματικής «βιοεξουσίας» καθώς και τη διαμόρφωση μια νέαςμορφής πολιτική, τη «βιοπολιτική»[25].Αυτό που χρειάζεται ναυπογραμμιστεί, ωστόσο, είναι ότι ο διοικητικό-αστυνομικός αυτός έλεγχος δενείναι, αν και εμφανίζεται ως τέτοιος, μέτρο εξαιρετικού ή προσωρινού και άραπαροδικού χαρακτήρα, όπως πιστεύουν ορισμένοι. Πρόκειται, αντίθετα, για μια κατάσταση που εμφανίζεται, αρχικά μεν, ωςεξαιρετική, που δικαιολογεί βέβαια τη λήψη μέτρων κατάστασης ανάγκης καιεξαιρετικών, αλλά στην ουσία τα μέτρα που επιβάλλονται καθιερώνουν μια«επιτήρηση» ή μια «οικονομική διακυβέρνηση» απεριόριστης διάρκειας[26] και γιαορισμένους ένα είδος «καταγκαστικής πειθάρχησης» των λαών. Η πλανητικήκυριαρχία της «Αυτοκρατορίας» μετατρέπει την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω των διεθνών οργανισμών και των άλλων μηχανισμώνελέγχου και επιτήρησης σε μιαδιαρκή-μόνιμη κηδεμόνευση ή πειθάρχηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής καιτελικά του τρόπου εργασίας και διαβίωσης των λαών και τον ατόμων. Η κρίσηγίνεται τελικά η αφορμή και ταεξαιρετικά μέτρα μετατρέπονται από προσωρινά σε διαρκή. Παίρνουν σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας μονιμότητας και μιαςκανονικότητας.
4.Η τριπλή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας: ευρωπαϊκή, διεθνής και δανεική, απότις αγορές, και ο νέος ρόλος του κράτους και της κυριαρχίας
Τα προηγούμενα μας παραπέμπουν κατ΄ευθείαν στησημερινή συζήτηση για το κούρεμα του ελληνικού χρέους και στις αποφάσεις της26/27ης Οκτωβρίου που συνεπάγονται μια παρατεταμένη επιτήρηση τηςδημοσιονομικής της πολιτικής και στην ουσία μια διαρκή οικονομικο-πολιτικήκηδεμόνευσης της οικονομικής και πολιτικής ζωής της Ελλάδος από τουςευρωπαϊκούς μηχανισμούς σταθερότητας του ευρώ. Η πρωτοφανής κρίσηχρέους των κρατών κτυπά, ως γνωστόν, κυρίως τα αδύναμα και εξαρτημένα,οικονομικά, κράτη, τα οποία, όπως η Ελλάδα, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση με εθνικάαποκλειστικά μέτρα, χωρίς δηλαδή την στήριξη ή την εγγύηση άλλων κρατών. Ηπραγματική αυτή «οικονομική» αδυναμία τους εντείνει την διπλή οικονομικήεξάρτησή τους τόσο από τις αγορές όσο και από τους διεθνείς οικονομικούςοργανισμούς. Στην περίπτωση της Ελλάδος η αδυναμία της είναι και αυτή διπλή,τυπική και ουσιαστική: τυπική, εξ αιτίας της βάσει διεθνούς συμφωνίας απώλειατης νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας (ένταξη στηνΟΝΕ) και ουσιαστική λόγω του υπέρογκου χρέους της. Η Ελλάδα, όπως και οι άλλεςχώρες της Ευρωζώνης, αδυνατούν χωρίς τη στενή συνεργασία, συνεννόηση, στήριξηκαι αλληλεγγύη των χωρών της ευρωζώνης, επειδή είναι ενταγμένες με διεθνείςσυμφωνίες στην Νομισματική Ένωση της Ευρώπης και εφ΄όσον δεν αποχωρούν ή δεν εξαναγκάζονται σε αποχώρηση, να αντιμετωπίσουν την κρίσημόνες τους και να εξοφλήσουν τα χρέη τους.Θα πρέπει ναυπογραμμιστεί, πάντως, ότι η απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικήςαυτονομίας της χώρας μας είναιαποτέλεσμα διεθνών συμφωνιών και πρακτικών προγενέστερων του Μνημονίου καιειδικά της ένταξης στην ΟΝΕ. Έχει επέλθει, άρα, νομικά και πραγματικά, πολύ πρίν από τον Μάϊο του 2010.Απλώς, το αντιληφθήκαμε και το συνειδητοποιήσαμε, τώρα, με αφορμή την κρίση. Με το Μνημόνιοεπικυρώθηκε, πανηγυρικά, η πλήρης εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας και τωνόρων ανάπτυξής της τόσο από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και απότη Νομισματική Ένωση της Ευρώπης αλλά και από το ΔΝΤ, δηλαδή από διεθνείς καιευρωπαϊκούς οργανισμούς στους οποίους η Ελλάδα είναι από ετών οργανικό μέλος.Με αυτή την έννοια ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης συμπυκνώνει, απλώς, όχιμόνον το τέλος της αυτόνομης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής τηςΕλλάδος, αλλά και την πλήρη, πραγματική αυτή τη φορά, εξάρτηση της οικονομικήςμας ανάπτυξης και της κοινωνικής αναπαραγωγής από τους όρους και τις απαιτήσειςτων ισχυρών κρατών, όπως της Γερμανίας και της Γαλλίας, και των διεθνώνοργανισμών, στα οποία είναι ενταγμένη και συμμετέχει, ως μέλος τους, στησυλλογική διαμόρφωση της πολιτικής τους.Δεν πρέπει εξάλλου ναυποτιμούμε το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν στη διεθνή κοινότητα με την συναίνεση των κρατών, ισχυρών και ανίσχυρων,για χάρη της ειρήνης και της διεθνούς τάξης. Προκύπτουν μετά από συνεχείς συνεννοήσεις,χρονοβόρες διαπραγματεύσεις και διαβουλεύσεις ή διεθνείς συμφωνίες.Προϋποθέτουν άρα τυπικά κράτη κυρίαρχα, φορείς κρατικής κυριαρχίας, ικανά ναδεσμεύονται διεθνώς με τη θέλησή τους και να αναλαμβάνουν την ευθύνη εκπλήρωσηςτων διεθνών υποχρεώσεών τους. Αυτό είναι το νέο της εποχής μας: τα κράτηεξακολουθούν να είναι παράγοντες και υποκείμενα της διεθνούς κοινωνίας και νασυμμετέχουν ως υποκείμενα του διεθνούς δικαίου στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων,παρόλο που έχουν απολέσει ένα μεγάλο μέρος της «οικονομικής ανεξαρτησίας» τουςκαι άρα ένα μέρος της πραγματικής κυριαρχίας τους.Η κρίση χρέους τωνκρατών κατέστησε είναι αλήθεια τα κράτη,προς το παρόν τουλάχιστον, υποχείρια μεν των αγορών, αλλά αύξησε τηναλληλεξάρτησή τους καθώς και την ανάγκη της συνεργασίας τους, χωρίς να καταργήσειόμως την κυριαρχίας τους. Δεν φτάσαμε ακόμη στο τέλος των κρατών ούτε της κρατικής κυριαρχίας. Η σύγκρουση αγορών-κρατών αποτελεί το μείζον διακύβευμα της εποχής μας. Από τηνέκβαση της μοιραίας αυτής σύγκρουσης θα εξαρτηθεί ο νέος ρόλος του κράτους, τημορφή που θα πάρει το δημοκρατικό πολίτευμα αλλά και το μέλλον πουεπιφυλάσσεται στις ‘κυρίαρχες’ αρμοδιότητές του. Με αυτή την έννοια η φάση πουπερνάμε είναι μεταβατική και γι΄αυτό αβέβαιη.
5.Η ανοικοδόμηση του πολιτικού μας «Εμείς», μέσα από την Ευρώπη και με τους λαούς της Ευρώπης για μια άλληΕυρώπη, μοναδική μακρο-πρόσθεσμη προοπτική εξόδου από τα οικονομικά καιπολιτικά μας αδιέξοδα.
Οι ρήξεις και οι ανατροπές, που συντελούνταιγύρω μας, ας μην ξεγελιόμαστε, δεν οδηγούν αναγκαστικά σε ένα καλλίτερο καιδικαιότερο μέλλον. Είναι δυνατόν καιαυτό συμβαίνει όχι σπάνια –αυτό είναι το τίμημα της ανθρώπινης ελευθερίας-να οδηγήσουν, έστω και παροδικά, στην κοινωνική οπισθοδρόμηση, ακόμη και στονολοκληρωτισμό ή σε ένα αυταρχικόκαθεστώς Η ιστορία είναι ανοικτή, δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Και όλαεξαρτώνται από την έκβαση της σύγκρουσης, από τις δυνάμεις που θα επικρατήσουνκαι από την ικανότητα συνειδητής συλλογικής παρέμβασης των πολιτικώνυποκειμένων στο ρού της Ιστορίας.Για το λόγο αυτό,πιστεύω ότι η πιο ρεαλιστική καιαποτελεσματική αντιμετώπιση των «δανειστών» μας, κυρίως των ιδιωτών και όχι τωντου Μνημονίου, που είναι τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, δεν είναι να κραυγάζουμεκαι να αναθεματίζουμε καταγγέλλοντας ιδεαλιστικά και ανέξοδα τις αγορές καιεπαναλαμβάνοντας κουραστικά, κοινότυπα και στερεότυπα, τα αυτονόητα καιχιλιοειπωμένα για τα αδιέξοδα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και γιατην αφόρητη κοινωνική αδικία, αλλά να πάρουμε τη διεθνή συμφωνία που υπέγραψε η χώρα μας με την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤστα σοβαρά, γνωρίζοντας
Περισσότερα... »