Ἡ διαστροφή τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας διά τό '21
Βασιλείου Στεργιούλη Θεολόγου

Εἶναι διαπιστωμένο ὅτι ἡ ἠθικὴὑποχρεώνει. Δημιουργεῖ ὑποχρεώσεις. Ἐπιβάλλει καθήκοντα. Μήπως ὅμως λιγότερο ὑποχρεώνει ἡἱστορία; Τὰ διδάγματά της φωτίζουν τὸ παρὸν καὶ σηματοδοτοῦντὴν πορεία μας στὸ μέλλον. Ἡφωνὴ της ἀσκεῖ ἀποφασιστικὴ σημασία στὴν πορεία ἀτόμων καὶλαῶν.
Ὅλοι οἱ λαοὶ σέβονται καὶ τιμοῦν τὴν ἱστορία τους. Αὐτὴ τοὺςδένει μὲ τὶς ρίζες τους. Ἐμεῖςὅμως οἱ Ἕλληνες, ποὺ τελευταίωςμᾶς μαστίζει βαθιὰ ἠθικὴ κρίση, ἡὁποία μᾶς ὁδήγησε στὴν οἰκονομικὴ κατάρρευση καὶ μᾶς εὐτέλισεστὸν κόσμο ὅλο, ἀμφισβητοῦμεκαὶ διαστρέφουμε τὴν ἱστορίαμας.
Ἰδίως ἐκείνη τῆς περιόδουτῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἐθνεγερσίας τοῦ ʼ21.
Φθάσαμε στὸ σημεῖο νὰ ἰσχυριζόμαστε πὼς οἱἝλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι
«διέκοψαν τὴν ὑπέροχη συμβίωση τῶν400 χρόνων, ὅταν ξεσηκώθηκανκάτι ξεβράκωτοι τὸ 1821 καὶ δημιούργησαν τὶς γνωστὲς προστριβές».
Καὶ προβαίνουμε στὴν πρόταση:
«Ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξουμετὰ ἱστορικά μας βιβλία, ποὺ καλλιεργοῦν τὴν ἐχθρότητα μεταξὺτῶν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων».
Ἀπίστευτα λόγια. Δὲν ξέρει τί νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς. Τὴν ἔκφρασηγιὰ τὴν «ὑπέροχη συμβίωση τῶν400 χρόνων» μεταξὺ Ἑλλήνων καὶΤούρκων, «τὶς γνωστὲς προστριβές», πού δημιούργησαν μὲ τὸνξεσηκωμὸ τους τὸ 1821 «κάτι ξεβράκωτοι», ὅπως ἀπαξιωτικὰ ἀποκαλοῦνται οἱ ἡρωικοὶ ἀγωνιστὲςτῆς Ἐθνεγερσίας ἢ τὴν πρότασηγιὰ ἀλλαγὴ τῶν ἱστορικῶν μας βιβλίων;
[] Πόσο «ὑπέροχη» ἦταν ἡ συμβίωση Ἑλλήνων καὶ Τούρκων στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας τὸ δείχνουν ξεκάθαρα οἱ κεφαλικοὶ φόροι, οἱ βίαιοι ἐξισλαμισμοί, τὸ παιδομάζωμα, οἱ γενίτσαροι, οἱ νεομάρτυρες, τὸ κρυφὸ σχολειὸ κ.ἄ.
Οἱ Ἕλληνες τότε ἦταν ἕνας λαὸςταπεινωμένος καὶ ἐξουθενωμένος.Δὲν ὅριζαν τίποτε. Δὲν εἶχαν δικαίωμα στὴ ζωή, στὴν τιμή, σὲ κάθεἀγαθό. Γιʼ αὐτὸ πρόθυμα δέχθηκαντὸ ἐγερτήριο σάλπισμα τοῦ βάρδου τῆς ἐλευθερίας Ρήγα Φεραίου
«Καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερηζωή, παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰκαὶ φυλακή».
Καὶ ὅρμησαν στὸνἈγώνα τοῦ ʼ21 μὲ τὸ σύνθημα:
«Ἐλευθερία ἢ θάνατος».Κι ἐνῶ, ὅπως εὔστοχα εἰπώθηκε«Ἡ ἱστορία δὲν γράφεται, γιὰ νὰτὴν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰγιὰ νὰ ἀλλάζει αὐτὴ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ διδάγματά της», βλέπουν τελευταίως τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας καινοφανεῖς, ἀπαράδεκτες, ἐπικίνδυνες καὶ ἀντιφατικὲς ἀπόψεις γιὰ τὸ ἱστορικό μαςπαρελθόν.
Ἔτσι γίνεται λόγος πὼς«Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρξαν βίαιοι ἐξισλαμισμοὶ στὴ μετέπειτα ἑλληνικὴ ἐπικράτεια».
Καὶ λίγες σειρὲςπιὸ κάτω τοῦ ἴδιου κειμένου ὑποστηρίζεται πὼς «οἱ μαζικοὶ ἐξισλαμισμοὶ ἔγιναν, κατὰ κανόνα, μὲ τὴθέληση ἐκείνων ποὺ ἀλλαξοπίστησαν».
Πόση διαφορά, ἀλήθεια,ἀνάμεσα στὸ «δὲν ὑπῆρξαν» καὶστὸ «κατὰ κανόνα»!Ὑποστηρίζεται ἐπίσης πὼς«Οὐδέποτε κατὰ τὴ διάρκεια τῆςΤουρκοκρατίας ὑπῆρξε– ἤ συνέτρεχε λόγος νὰ ὑπάρχει– “κρυφὸσχολειό”».
Ὅμως ἀπὸ τὸ Γάλλο φιλέλληνα φιλόλογο Φωριὲλ καταγράφεται τὸ 1824 δίστιχο παρεμφερὲς μὲ τὸ «φεγγαράκι μου λαμπρὸ …», τὸ ὁποῖο στὴ βασική τουμορφὴ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸνΣάντερς τὸ 1844.
Ὁ Γρ. Παπαδόπουλος ἀναφέρει τὸ 1855 σὲ μελέτη του ὅτι οἱ μαθητὲς «νύκταἐξερχόμενοι, λάθρα μετέβαινονεἰς τὸν διδάσκαλον λέγοντες τὸἀσμάτιον “φεγγαράκι μου λαμπρό…”.»
Ὁ Φώτιος Χρυσανθόπουλος – Φωτάκος, τὸ 1858, γράφειστὰ Ἀπομνημονεύματά του: «μόνοι των οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζονδιὰ τὴν παιδείαν … εἰς τὸ νὰ μανθάνουν τὰ κοινὰ γράμματα… Ἐνἐλλείψει δὲ διδασκάλου ὁ ἱερεὺςἐφρόντιζε περὶ τούτου. Ὅλα αὐτὰἐγίνοντο ἐν τῷ σκότει καὶ προφυλακτικὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους».
Ὁ Γύζης ἀναφερόμενος στὸγνωστὸ πίνακά του, ἀναφέρει πὼςμὲ αὐτὸν ἤθελε νὰ παραστήσει«τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς Ἑλλάδος,ὅτε ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἦσαν ἀπαγορευμένα τὰ σχολεῖα καὶ μόνον ἐνκρυπτῷ ἐλειτούργουν».
Ὁ δὲ βιογράφος τοῦ Γύζη, Νικόλαος Κακλαμάνος ἑρμηνεύει τὸν πίνακα λέγοντας πὼς «εἶναι τὸ ποίημα τῆς μυστικῆς ἐλπίδος τῆς ἀναστάσεωςτοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἐλευθερίαςτῆς πατρίδος, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα ὅτι ὁ γέρων διδάσκει εἰς τὰπαιδιά μαζὶ μὲ τὸ ἀλφάβητον, παρασκευάζων τοὺς ἐκδικητάς καὶ τοὺςἐλευθερωτάς, καὶ εἰς τὸ βάθος τῆςὁποίας, ὡς εἰς ἐνσάρκωσιν προφητικήν, διαφαίνεται ἔνοπλος σκοπός,κυμαινόμενος μεταξὺ ὑπαρκτοῦκαὶ πραγματικοῦ».
Τὴν ἴδια ἑρμηνεία στὸν πίνακα τοῦ Γύζη ἔδωσε,τὸ 1901, καὶ ὁ Ἰω. Πολέμης στὸγνωστὸ ποίημά του τὸ κρυφὸ Σχολειό. Ὁ καθηγητὴς τῆς ΚλασσικῆςΦιλολογίας Φάνης Ἰ. Κακριδῆς, σὲδιάλεξή του στὸ ΠανεπιστήμιοἸωαννίνων στὶς 17–3–2011, παρατηρεῖ πὼς ὁ Γύζης πρέπει νὰ ἐκφράζειμὲ τὸν πίνακά του τὴ γενικότερηπαράδοση, ποὺ κυκλοφοροῦσε ὡςτὶς μέρες του ἤ μιὰ τοπικὴ παράδοση τῆς πατρίδας του τῆς Τήνου,ὅπου τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδας ὀνομαζόταν πρὶν (!) ἀπὸ τὴνἘπανάσταση «Τὸ κρυφὸ σχολειό».
Δὲν ξέρουμε βέβαια, ἂν τὸ κρυφὸαὐτὸ σχολειὸ σχετίζεται μὲ τὴ δράση τῶν Τούρκων ἢ τῶν Ἰησουϊτῶν,οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Κοραῆ «σπουδάζουν νὰ στερεώσωσι τὴν ὕπαρξίντων ἐπάνω τῆς ἀπαιδευσίας τῶνλαῶν».
Ὅπως κι ἂν ἔχει ὅμως τὸσυγκεκριμένο θέμα, γεγονὸς εἶναιὅτι ἰσχυρὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ ἀποτελοῦν τὰ τοπωνύμια μὲ κρυφὸ σχολειό, ὅπως: στὶς μονὲς Πεντέλης(στὴνἈθήνα), Φιλοσόφου (στὴνΔημητσάνα), Κορώνης (στὴν Καρδίτσα), στὸ νησὶ Ἴος, στὸ νησὶ τῆς λίμνης τῶν Ἰωαννίνων, σὲ χωριὰ τοῦΠηλίου, στὸ Σμόκοβο, στὴ Σαμαρίνα Γρεβενῶν κ.ἄ.
Ὕστερα ἀπὸ ὅλα ὅσα ἀναφέρθηκαν ὡς τώρα, ἀντιλαμβάνεταικαθένας τὴν ἔκφραση τοῦ καθηγητῆ Φάνη Ἰ. Κακριδῆ πὼς «θὰἦταν λάθος νὰ διαγράψουμε μιάγιὰ πάντα τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ ἀπὸτὴν ἐθνικὴ μας μνήμη».
Ἀμφισβητεῖται καὶ ὁ ρόλος τῆςἘκκλησίας στὴ Τουρκοκρατία καὶστὴν Ἐπανάσταση τοῦ ʼ21 καὶ χαρακτηρίζεται ὅτι «ὑπῆρξε τουλάχιστον ἀμφιλεγόμενος, ἂν ὄχι καὶἀρνητικὸς σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις».
Λησμονεῖται φαίνεται ἡ ἀλήθεια πώς, «ἂν δὲν ὑπῆρχε Ἐκκλησία, δὲν θὰ ὑπῆρχε Ἑλληνικὸ ἔθνος, ἀφοῦ, ὅσοι ἀλλαξοπίστησαν,χάθηκαν καὶ ἐθνικά, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἴσως ἐξαιρέσεων».
Ἔπειτα, γιατί παραθεωρεῖται τὸγεγονὸς πώς, ὅταν ἄλλοι, μετὰ τὴνἅλωση τῆς Κ/Πόλης ἀπὸ τοὺςΤούρκους, πῆραν τὸ δρόμο πρὸςτὴ Δύση καὶ καλλιέργησαν τὰγράμματα, ἡ Ἐκκλησία παρέμεινεστὸν αἱματοβαμμένο αὐτὸ τόποκαὶ συγκακουχήθηκε μὲ τὸ λαό;
Αὐτὴ τὸν παρηγόρησε, τὸν στήριξε πνευματικὰ καὶ τὸν ἐμψύχωσε.Αὐτὴ ὑπῆρξε μητέρα, τροφὸς καὶὁδηγός του στὰ μαῦρα ἐκεῖναχρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Αὐτὴ τὸνστέγασε κάτω ἀπὸ τὶς προστατευτικὲς φτεροῦγες της.
Αὐτὴ διατήρησε τὴν πίστη, τὴ γλώσσα, τὴνπαιδεία, τὶς παραδόσεις καὶ ἀναδείχθηκε ἡ ραχοκοκκαλιὰ τοῦἐθνικοῦ σώματος. Αὐτὴ ἐκπροσώπησε τὸ ἔθνος τότε, ποὺ δὲνἐκφραζόταν πολιτικά.
Αὐτὴ προετοίμασε τὴν ἐθνεγερσία τοῦ ʼ21,τὴν εὐλόγησε καὶ τὴν κατηύθυνε.
Εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ποιητής:«Πῆραν φῶς ἀπ’τὰ καντήλιακι ἄστραψαν τὰ καρυοφύλλια».
Γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Τουρκοκρατία μιλάειεὔγλωττα ἡ δράση τοῦ Ἀπόστολουτοῦ σκλαβωμένου Γένους μαςἉγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺἵδρυσε 210 σχολεῖα «διὰ κοινὰγράμματα» καὶ 10 ἀνώτερα. Ἐπετέλεσε ἔργο, ποὺ δὲν κάνει σήμερα ἕνας ὑπουργὸς παιδείας, ὁὁποῖος ἔχει τὴν κρατικὴ οἰκονομικὴ στήριξη.
Ἡ Ἐκκλησία πρόλαβε τὸν ἐξισλαμισμὸ καὶ τὸν ἐκτουρκισμὸτῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ σχολεῖα τηςτά φανερὰ καὶ κρυφὰ (σὲ ὅποια μέρη οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς ἀπαγόρευαν τὴν παιδεία) καὶ μὲ τοὺς δασκάλους–ἱερεῖς της.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς πὼς «ἀπὸ τοὺς1.500 διανοούμενους τοῦ ὑπόδουλου Γένους, οἱ 1.000 περίπου ἦσανκληρικοί».
Τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίαςστὴν Τουρκοκρατία περιγράφει ὁἱστορικὸς Ν. Σβορῶνος: «Ἡ Ἐκκλη-σία, λέει, παραμένει σʼ ὅλη τὴν περίοδο ἀπὸ τὸ 15ο ὡς τὸ τέλος τοῦ17ου αἰώνα ἡ κατευθυντήρια δύναμη τοῦ Ἔθνους. Ἐπικεφαλῆς τῆςἐθνικῆς ἀντίστασης σʼ ὅλες τὶςμορφές της, ἐργαζόμενη γιὰ τὸσταμάτημα τῶν ἐξισλαμισμῶν,συμμετέχοντας σʼ ὅλες τὶς ἐξεγέρσεις ἀκόμη καὶ διευθύνοντάς τες(ἔχει νὰ δείξει μεγάλο ἀριθμὸ νεομαρτύρων, ποὺ εἶναι σύγχρονα καὶἥρωες τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶτῆς ἐθνικῆς ἀντίστασης), ρυθμίζειἐπίσης καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή».
Ὁ Πουκεβίλ, Γάλλος περιηγητής, ἱστορικὸς καὶ πρόξενος στὴνΠάτρα, ἀνεβάζει σὲ ἕξι χιλιάδες«τοὺς θανατωθέντας λειτουργούςτῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ χρονικὸνδιάστημα τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος, ἄλλοιδὲ ὑπολογίζουν αὐτοὺς εἰς ἔτι περισσότερους».
Τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίαςστὸν Ἀγώνα τοῦ 1821 παραδέχεταιὁ Ἄγγλος Χάμφρεϋ, ὁ ὁποῖος λέειὅτι οἱ παπάδες «ἦταν οἱ πρωτεργάτες τοῦ Ἀγώνα».
Ὁ Ὀριγκόνο,Πρόξενος τῆςὉλλανδίας, γράφει:
«Οἱ Τοῦρκοι στὴν Ἀθήνα κάνουντὰ πάντα, γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺςπαπάδες, γιατί, ὅπως διαδίδεται, οἱπαπάδες εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐπαναστατῶν».
Ἡ ἐφημερίδα Γκαζὲτ Μασσαχουσέτης Ἀμερικῆς, στὶς 16 Ἰουνίου1821, γράφει: «Στὸ Μοριὰ οἱ ἔνοπλοι μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν κλῆρο ἐξηγέρθησαν ἐναντίον τῶν Τούρκων». Ἀλλὰ καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀναγνωρίζουντὸν πρωταρχικὸ ρόλο, ποὺ διαδραμάτισε ἡ Ἐκκλησία στὸν Ἀγώνα τοῦʼ21.
Στὸ βιβλίο τους τῆς ἱστορίαςγιὰ τὴ Γ΄ τάξη Λυκείου γράφουν:«Ὁ Πατριάρχης καὶ ὁ ἀνώτεροςκλῆρος τῶν Ρωμιῶν ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ ἔθνους τῶν Γραικῶν σʼαὐτὴ τὴν ἐπανάσταση μαζὶ μὲ τοὺςκαλόγερους».
Ὁ μακαριστὸς ΜητροπολίτηςΦλωρίνης Αὐγουστῖνος, ὁ ὁποῖοςμετέσχε τῆς ἀντιπροσωπείας ἱεραρχῶν, ἡ ὁποία κατὰ τὴ διαμάχηἘκκλησίας–Πολιτείας, ἐπὶ πρωθυπουργίας Ἀ. Παπανδρέου, μετέβηστὴν Κ/Πολη νὰ ζητήσει τὴ στήριξητοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,διηγεῖτο πώς, ὅταν τοὺς εἶδαν οἱΤοῦρκοι, σχολίαζαν:
«Οἱ Ἕλληνεςκυνηγᾶνε τοὺς παπάδες, ποὺ τοὺςἔφτιαξαν κράτος»!
Ἀλλὰ τί νʼ ἀναφέρουμε πρῶτο καὶτί δεύτερο. Ἂν διασωθήκαμε ὡςἜθνος στὴν Τουρκοκρατία, ἂν διατηρήσαμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη, τὴγλώσσα, τὴν παράδοση καὶ τὸν πολιτισμό μας, ἂν ἀποκτήσαμε τὴνἐθνικὴ ἐλευθερία μας, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν Ἐκκλησία.
Τὴν ἀλήθειααὐτὴ ἀναγνώρισε ὁ νομομαθὴς Νικόλαος Σαρίπολος, διακηρύσσοντας στὴν Β΄ Ἐθνοσυνέλευση: «Ἐσώθημεν διὰ τῆς Ἐκκλησίας». Εὔστοχα εἰπώθηκε πώς, ἂν θὰ εἴχαμενὰ κατηγορήσουμε γιὰ κάτι τὴνἘκκλησία, αὐτὸ θὰ ἦταν ὅτι «Πολλάκις τὸν δευτερογενῆ διʼ αὐτὴνἐθνικὸν σκοπὸν ἔθεσεν ὑπεράνωτῶν θρησκευτικῶν καὶ τοῦ ἰδίουαὐτῆς, ὡς ὀργανισμοῦ αὐτοτελοῦςσυμφέροντος».
Ἄς μὴ λησμονεῖταικαὶ ἡ ἐπιγραμματική διακήρυξη τοῦδιαπρεπῆ Ἄγγλου βυζαντινολόγουΣτῆβεν Ράνσιμαν:
«Στὴν διάρκειατῆς Τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώσει. Καί ὅσο ἡἘκκλησία ἐπιβίωνε, τὸ ἔθνος δὲνμποροῦσε νὰ πεθάνει».
Ἀμφισβητεῖται ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν Τουρκοκρατία καὶστὴν Ἐθνεγερσία τοῦ ʼ21 μὲ τὴνἔννοια ὅτι τάχα ὁ ἀνώτερος κλῆροςτης ὑπῆρξε ἀντιδραστικός. Καὶ κατηγορεῖται ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ ἀπὸ τὴ Δημητσάνα, γιατίἀποκήρυξε τὴν Ἐπανάσταση.
Σʼαὐτὴ ὅμως τὴν ἐνέργεια προέβη ὁμαρτυρικὸς ἱεράρχης–ὁ ὁποῖος νὰσημειωθεῖ ἀπαγχονίστηκε ἀπὸ τοὺςΤούρκους–γιὰ νὰ προλάβει ὁμαδικὲς σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων. Ὁἀκαδημαϊκός–ἱστορικὸς Κων. Δε-σποτόπουλος ἔδωσε ἀποστομωτικὴἀπάντηση γιʼ αὐτὸ σὲ ἄρθρο τουστὴν ἐφημερίδα REALNEWS (φύλλο 20–3–2011), τονίζοντας πὼς ὁσουλτάνος, μόλις πληροφορήθηκετὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης, ὑπέγραψε διάταγμα ἐξοντωτικὸ τῶνἙλλήνων τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.
Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ προσυπογράψει καὶ ὁ θρησκευτικὸςἡγέτης τῶν Τούρκων Χατζῆ ΧαλίλἘφέντης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀρνήθηκε, ἐπειδὴ ἦταν φιλάνθρωπος, προφασιζόμενος ὅτι τὸ Κοράνι δὲν ἐπιτρέπει σφαγὴ ἀθώων.
Διαμήνυσεδὲ στὸν Πατριάρχη νὰ τὸν ἐνισχύσει στὴ σωστικὴ αὐτὴ ἄρνησή του.Ἔπρεπε, λοιπόν, ὁ Πατριάρχης νὰἀποκηρύξει τὴν Ἐπανάσταση. Ἂνδὲ τὸ ἔκανε, θὰ ἀκολουθοῦσανὁμαδικὲς σφαγὲς τῶν Ἑλλήνωνστὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία.Ἄλλωστε, συνεχίζει ὁ ἀκαδημαϊκός–ἱστορικὸς, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆςἘπανάστασης Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης εἶχε εἰδοποιήσει ἀπὸ τὸνἸανουάριο τοῦ 1821 τὸν ΘεόδωροΚολοκοτρώνη, ὅτι ἐνδέχεται ὁ Πατριάρχης νὰ ἀποκηρύξει τὴν Ἐπανάσταση, γιὰ νὰ προστατεύσει τοὺςἝλληνες τῶν μὴ ἐπαναστατημένων περιοχῶν.
Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀποκήρυξη τόνιζε δὲν θὰ ἐκφράζει τὸπραγματικὸ φρόνημα. Καὶ καταλήγει ὁ ἀκαδημαϊκός–ἱστορικὸς Κων.Δεσποτόπουλος: «Δυὸ ἄνδρες ἔσωσαν τότε τὸ Ἔθνος.
Ὁ Γρηγόριος Ε΄ καὶ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ διπλωματική τουἱκανότητα πέτυχε στὸ Λάϋμπαχ νὰματαιώσει ἀπόφαση τῶν συγκεντρωμένων ἐκεῖ ἀρχηγῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, γιὰ ἐπέμβασή τουςκατὰ τῶν Ἑλλήνων. Καὶ γιὰ νὰ τὸπετύχει,
συνέταξε ὁ ἴδιος ἀποκήρυξη τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη ὡςἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τῶνἙλλήνων... Καὶ ἀποτελεῖ σφάλμαοἰκτρὸ τῶν ἱστορικῶν ἡ γνώμη γιὰτὶς σωτήριες αὐτὲς «ἀπο κηρύξεις»ὅτι ἐνέχουν ἀντίθεση τῶν αὐτουργῶν τους πρὸς τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση».
Ἀμφισβητεῖται ὅμως καὶ ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος κήρυξης τῆς Ἐπανάστασης καὶ συνεπῶς ὁ ἑορτασμὸς τῆς 25ης Μαρτίου ὡςἐθνικῆς ἐπετείου. Μὲ τὸ πρόσχημα δηλαδὴ προστασίας τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, στοχεύεται ὁ κλονισμὸς τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς.
Εὔστοχα τονίζει σὲ ἄρθρο τουστὴν ἐφημερίδα «Μακεδονία»Θεσσαλονίκης ὁ πρώην πρύτανηςτοῦ Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Γεώργιος Τσότρας πὼς ὁ θόρυβοςγύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτὸ δὲνἀφορᾶ «στὸ τυπικὸ περίβλημα τοῦἑορτασμοῦ, ἀλλὰ στὴν οὐσία του».
Στὸ βαθύτερο συμβολισμό,θὰ λέγαμε, καὶ στὸν ἐθνικοθρησκευτικὸ χαρακτήρατου, ὅπως τὸν ἐκφράζει ὁποιητής:«Χαῖρε Παρθένα Δέσποινα,χαῖρε ἁγνὴ Παρθένα,χαῖρε κι ἐσὺ ἀθάνατο,τρανὸ Εἰκοσιένα».
Τὸ θέμα, λοιπόν, δὲν εἶναι,ἂν ἡ Ἐπανάσταση κηρύχθηκε τὴν 25η Μαρτίου 1821στὸ μοναστήρι τῆς ἉγίαςΛαύρας ἀπὸ τὸν ἐπίσκοποΠαλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸ ἢσὲ ἄλλο μέρος τῆς Πελοποννήσου, λίγες μέρες νωρίτερα ἤ ἀργότερα, ἀφοῦ, ὅπως γράφει τὸ Λεξικὸ «Πάπυρος – Λαρούς– Μπριτάνικα» (τόμος ΕΛΛΑΣ(βʼ), σέλ. 70) «τὸ τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ Μαρτίου ἡ ἐπαναστατικὴσημαία εἶχε ὑψωθεῖ στὶς περισσότερες ἐπαρχίες τῆς Πελοποννήσου».
Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ὅρισαν οἱἀγωνιστὲς καὶ ὁ λαός, ποὺ ἔζησανμέσα στὸν καπνὸ καὶ στὰ αἵματατοῦ πολέμου. Τί λόγος πέφτει σὲμᾶς σήμερα νὰ τὴν ἀμφισβητοῦμε,ὕστερα ἀπὸ 190 χρόνια; Καὶ τὴν τιμοῦσαν τὴν ἡμέρα αὐτὴ οἱ ἀγωνιστὲς καὶ ὁ λαός, πολὺ πρὶν τὴνἐπίσημη καθιέρωσή της ἀπὸ τὴνπολιτεία τελώντας μνημόσυνα γιὰτοὺς ἥρωες ποὺ θυσιάστηκανστὸν Ἀγώνα τοῦ ʼ21, καὶ ἐκφωνώντας λόγους, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ λόγιοι, «κατάλληλους πρὸς ἀνάμνηση τῶν ἡρωικῶν πράξεων».
Αὐτὸς ὁ ἑορτασμὸς ἀνταποκρινόταν καὶ ἱκανοποιοῦσε τὸ ἐθνικοθρησκευτικὸ αἴσθημα τῶν Ἑλλήνων. Γιατί εἶχε τὴ θεμελίωσή τουστὴ «χρονικὴ σύμπτωση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὶς πρῶτες ἐπαναστατικὲς ἐνέργειες ἀπὸ τὴ μιά» καὶστὴ «γενικὴ ἀναγνώριση τῶνκοινῶν ἀγώνων τοῦ Κλήρου καὶτοῦ Γένους κατὰ τοῦ ἑτερόδοξουκατακτητῆ, ἀπὸ τὴν ἄλλη».
Τὴ σύσταση ἐθνικῆς ἑορτῆς ἐπισήμως κατὰ τὴν 25η Μαρτίου πρότεινε πρῶτος κατὰ τὸ ἔτος 1834 ὁΠαναγιώτης Σοῦτσος, ποιητής, δημοσιογράφος καὶ ὑπουργικὸς Σύμβουλος στὴ Γραμματεία τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχεσυνθέσει καὶ «Ὠδὴ εἰς τὴν Εἰκοστὴν Πέμπτην Μαρτίου ἢ τὰ Γενέθλια της Ἑλλάδος».
Γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, τὴν καθιέρωση δηλαδὴ ἐπισήμως τῆς 25ηςΜαρτίου ὡς ἐθνικῆς ἑορτῆς, ἐνήργησε τὸ 1835 καὶ ὁ Γραμματέας ἐπὶτῶν Ἐσωτερικῶν Ἰω. Κωλέττης,ποὺ συνέταξε καὶ σχετικὸ διάταγμαβασιζόμενο στὸ ὑπόμνημα τοῦ Σούτσου.
Ἡ μετάθεσή του ὅμως ὡςπρεσβευτοῦ στὸ Παρίσι, ἀνέκοψετὰ σχέδιά του.Τὸ θέμα ἐπανῆλθε τὸ 1837 ὡςδημοτικὴ πρόταση στὸ Γραμματέατῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Βασιλικοῦοἴκου Ἰγνάτιο φὸν Ρούντχαρτ καὶἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσε ὁ χρόνοςπρὸς ἔκδοση τοῦ σχετικοῦ διατάγματος, ὁ ἑορτασμὸς ἔγινε ἄτυπα,ἀλλὰ μὲ κάθε ἐπισημότητα καὶ λαμπρότητα.
Τὴν ἡμέρα ἐκείνη «ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν παρίστα μέχρι τῆςἑσπέρας τῆς ἐπιούσης τὸ θέαμα μεγαλοπρεποῦς καὶ τερπνῆς πανηγύρεως …», ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁΡήγας Παλαμήδης.
Στὶς 15 Μαρτίου 1838 (17 χρόνιαμετὰ τὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης) ἐκδόθηκε τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 908διάταγμα τοῦ Ὄθωνος, μὲ τὸ ὁποῖοκαθιερώθηκε ἐπισήμως πλέον ὡςἐθνικὴ ἑορτὴ ἡ 25η Μαρτίου, «εἰςτὸ διηνεκές».
Καὶ ὁ πανηγυρισμὸςτης συνεχίζεται ὡς τὶς ἡμέρες μας,μὲ ἐξαίρεση τὰ ἔτη 1842 καὶ 1843–ποὺ ὑπῆρξε τὸ θέμα τῆς παραχώρησης Συντάγματος–καθὼς καὶ τὸἔτος 1943, λόγῳ τῆς ΓερμανικῆςΚατοχῆς.
Ἀπὸ τὴ σύντομη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ προκύπτει, νομίζουμε, ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἑλληνικὴπολιτεία δὲν ἔκανε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπικυρώσει καὶ ἐπισημοποιήσει τὴν παράδοση τῶνἀγωνιστῶν καὶ τοῦ λαοῦ.
Ποῦ εἶναι,λοιπόν, τὸ πρόβλημα;Ἀπεικόνιση ἐξάλλου τῆς ἀπήχησης ποὺ εἶχε στὸ λαὸ ἡ ἑορτὴ τῆς25ης Μαρτίου 1821 μᾶς δίνει τὸ δημοτικὸ τραγούδι:«Χαρὰ ποὺ τὸ ᾽χουν τὰ βουνά, τὰκάστρα περηφάνια,Γιατί γιορτάζει ἡ Παναγιά, γιορτάζει κι ἡ Πατρίδα,σὰν βλέπουν διάκους μὲ σπαθιά,παπάδες μὲ τουφέκια,σὰν βλέπουν καὶ τὸ Γερμανό, τῆςΠάτρας τὸ Δεσπότη,νὰ εὐλογάει τ’ ἅρματα, νὰ εὔχεταιτοὺς λεβέντες».
Εἶναι ἱστορικὰ ἀστήρικτες, λοιπόν, οἱ ἀμφισβητήσεις τῆς ἐθνικῆςἑορτῆς τῆς 25ης Μαρτίου, τῆς προσφορᾶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας «στὸ Ἔθνος κατὰ τὴνΤουρκοκρατία καὶ τὸ ʼ21» ἡ ἐμφάνιση τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ ὡς μύθουκαὶ τὰ παρόμοια…»!
Ἄλλωστε,ὅπως παρατηρεῖ ὁ διακεκριμένοςΚύπριος ἀρχαιολόγος καὶ ἀνασκαφέας Βάσος Καραγιώργης σὲἄρθρο του στὴν κυπριακὴ ἐφημερίδα «Ὁ Φιλελεύθερος», στὶς 12–4–2006, «Οἱ μύθοι δὲν εἶναι διόλου«παραμύθια».
Κρύβουν ἱστορικὲςἀλήθειες, ποὺ ἕνας ἀρχαιολόγος–ἱστορικὸς μὲ διαίσθηση καὶ γνώσημπορεῖ νὰ διαβλέπει καί νὰ ἑρμηνεύει».Ἄς βλέπουμε ὀρθά, νηφάλια καὶχωρὶς ἰδεολογικοὺς χρωματισμοὺςκαὶ ὅποιες προκαταλήψεις τὰ ἐθνικοθρησκευτικά μας θέματα. Ἄς μὴὑποτιμοῦμε τὸ πανάχραντο ʼ21,ἀποδίδοντες τὴν ἀνεξαρτησία μαςστὴν ἀπόφαση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ρωσίας,τὸν Ἰούλιο τοῦ 1827 καὶ στὴ Ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου, ποὺ ἀκολούθησε (8–10–1827) καὶ «ἔσχεν ὡς συνέπεια τὴν ἀναπτέρωσιν τοῦ ἠθικοῦτῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνασύνταξιν τῶν δυνάμεών των καὶτὴν ἐπίσπευσιν τῆς τελικῆςἀπελευθερώσεως τῆς χώρας», κατὰ τὴν κατὰ λέξινἔκφραση τοῦ δίτομου Ἐγκυκλοπαιδικοῦ Λεξικοῦ «Πάπυρος».
Ὅπως ὁμολογεῖ ὁ διπλωμάτης Τουργκένιεφ, γραμματέας τῆς Ρωσικῆς πρεσβείας στὴν Κ/Πολη ἀπὸ τὸ1820 ἕως τὸ 1822, «Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνωνἦταν ὑπόθεση πρῶτα–πρῶταδική τους».
Ξεκίνησαν μόνοιτους τὴν Ἐθνεγερσία μὲ πίστη στὸΘεὸ καὶ στὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα τους.Κι ἔμειναν ὡς τὸ τέλος του μὲ αὐτὸτὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο.
Τὸ δείχνει ἡ ξεκάθαρη ἀπάντηση τοῦστρατηγοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸναύαρχο Δεριγνύ, ποὺ διαπίστωσεπὼς εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσεις τῶνἙλλήνων: «Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσεις μας κι ἐμεῖς, τοῦ εἶπε ὁ Μακρυγιάννης, ὅμως εἶναι δυνατὸς ὁ Θεός, ὅπου μᾶς προστατεύει».
Ἄλλωστε καὶ ἡ Ναυμαχία τοῦΝαυαρίνου «εἶχε τὶς ρίζες της στὸ1821» ὅπως παρατηρεῖ σὲ ἄρθροτου συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ«Σύνδεσμος» Καλαμάτας. Γιατί, λέει, «Οἱ Σύμμαχοι κινήθηκαν καὶ ἀπὸοἰκονομικὸ συμφέρον (στὴν Ἀγγλίαπ.χ. χρωστούσαμε πολλὰ χρήματαἀπὸ δάνεια, ποὺ θὰ τὰ ἔχαναν βέβαια, ἂν ἡ Ἐπανάσταση ἔσβηνε) καὶἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ρεῦμα τοῦ Φιλελληνισμοῦ, ποὺ ἡ ἴδια ἡ Ἐπανάσταση εἶχε ἀναζωογονήσει καὶφουντώσει στὴν Εὐρώπη».
Διαστροφὴ τέλος τῆς ἱστορικῆςἀλήθειας γιὰ τὸ ʼ21 γίνεται καὶ μὲτὸν ἰσχυρισμὸ πὼς ὁ μεγάλοςἐκεῖνος ξεσηκωμὸς τοῦ Ἔθνουςεἶχε χαρακτήρα ταξικὸ καὶ κοινωνικοοικονομικό.
Αὐτὸ ὅμως δὲν προκύπτει ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ ντοκουμέντα καὶ τὶς διακηρύξεις τῶν ἀγωνιστῶν.
Ἀντιθέτως μαρτυρεῖται ἀπὸὅλα αὐτὰ πὼς τὴν ἐθνικὴ παλιγγενεσία πραγματοποίησε ἡ ὁλόψυχηγενικὴ συμμετοχὴ στὸν ἀγώνα καὶἡ κινητοποίηση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους. Τὸ Εἰκοσιένα εἶναιπαλλαϊκὸ καὶ πανεθνικὸ δημιούργημα.
Ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ Ἔθνουςπῆραν μέρος στὸ μεγάλο ξεσηκωμό: Κληρικοί, προύχοντες, ἔμποροι,βιοτέχνες, ναυτικοί, βοσκοί, γεωργοί. «Ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶκαὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμεεἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴνἐπανάσταση» βεβαιώνει ὁ Κολοκοτρώνης.
Τὸ δείχνει ἀκόμη ἡ κοινωνικὴ σύνθεση τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. «Στὸ παράρτημα τοῦ 1ου τόμουτοῦ Δοκιμίου τῆς ἱστορίας τῆςἙλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ὁ Φιλήμων ἔχει καταγράψει 514 μέλη τῆςΦιλικῆς μὲ τὸ ἐπάγγελμά τους.Ἦταν: 242 ἔμποροι, 123 γραμματεῖς ἐμπόρων, 30 δάσκαλοι, 5 νομικοί, 16 γιατροί, 3 φαρμακοποιοί, 6λόγιοι, 27 ναυτικοί, 12 πλοίαρχοι, 15κατώτεροι κληρικοὶ καὶ 9 ἀνώτεροι,41 στρατιωτικοὶ καὶ καπεταναῖοικ.λπ.». πῆραν μέρος στὸν ἀγώνα «οἱπροεστοὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πατριάρχη καί τόν Ὀρθόδοξο κλῆρο.
Οἱ προύχοντες πολέμησαν ἀδελφωμένοι μὲ τὸ λαὸ καὶ ταυτόχροναχρηματοδότησαν γενναῖα τὸν ἀγώνα. Πολλοὶ ἀπʼ αὐτοὺς τοὺς προύχοντες ἔμειναν στὸ τέλος πάμπτωχοι, κατάντησαν ζητιάνοι…».
Ὅλος ὁ λαὸς πρόσφερε ὅ,τι εἶχε κιὅ,τι μποροῦσε. Χρήματα, χρυσαφικά, τρόφιμα, ὑποζύγια, τὴν ἴδια τὴζωή τους.
Ἄνδρες καὶ γυναῖκες πολέμησαν μὲ ἀπαράμιλλο ἡρωισμό,μὲ αὐτοθυσία. Μνημονεύουμε ἐδῶτὴν ἡρωικὴ στάση τῆς Γκούραιναςστὴν Ἀκρόπολη, ποὺ ζώσθηκε τὸσπαθὶ καὶ πῆρε τὴ θέση τοῦ σκοτωμένου ἄντρα της, τὶς Μανιάτισσες,τὶς ἡρωίδες τοῦ Σουλίου, τοῦ Ζαλόγγου, τῆς Ἀραπίτσας. Θυμίζουμεἀκόμη τὸ
Κούγκι καὶ τὸ Ἀρκάδι.
Οὔτε τὰ μικρὰ παιδιὰ δὲν ὑστέρησαν σὲ προσφορά. Σχημάτισαν ἀνεπίσημα σώματα ποὺ ἑτοίμαζαν μπαρούτι καὶ πυρίτιδα καὶ μετέφεραν τροφὲς καὶ πολεμοφόδια στοὺςἀγωνιστές.
«Τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ1821, παρατηρεῖ ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης, ἐδημιούργησε καὶ ἔφερενεἰς πέρας ἡ συνένωσις πολλῶν δυνάμεων μυστικῶν καὶ φανερῶν,αὐθορμήτων καὶ προητοιμασμένων,μεγάλων, καὶ μι κρῶν.
Τὸ πολεμικὸνπνεῦμα τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖονἐμόρφωσε τὴν τάξιν τῶν κλεφτῶνκαὶ ἁρματολῶν, ἀνήγαγε δὲ αὐτὴνεἰς ἀκμὴν κατὰ τάς πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τελευταίας δεκαετηρίδας,παρέσχεν εἰς τὸν ἀγῶνα τοὺς πλείστους καὶ ἐκλεκτοτάτους τῶν στρατιωτικῶν, μάλιστα δὲ τῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος…
Τὸ ἐκραγὲν ὅμωςἐθνικὸν κίνημα ἦτο προωρισμένονἐκ τῆς φύσεως καὶ τοῦ σκοποῦαὐτοῦ νὰ ρίψη εἰς τὸ μέσον τεράστιον ὄγκον ἀγνώστων καὶ λανθανουσῶν δυνάμεων, καὶ πρῶτοναὐτὴν τὴν δύναμιν τοῦ ἀπειροπολέμου καὶ τάχιστα ἡρωισθέντος δούλου λαοῦ μετὰ τοῦ πλήθους τῶνἀγνώστων τέως ἐξόχων ἀνδρῶν, οἱὁποῖοι φερόμενοι ὑπὸ τοῦ πνεύματος αὐτῶν καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματοςτῆς ἐποχῆς ἀνεδείχθησαν ὑπὲρτοὺς ἄλλους ὡς ἀρχηγοί, ἥρωες καὶἡμίθεοι».
Ἡ τραγωδία τῆς Τουρκοκρατίας εἶχε ὡς συνέπεια τὴ συνένωση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦἙλληνισμοῦ σὲ ἑνιαῖο καὶ συμπαγῆὄγκο. Ὁ κοινὸς κίνδυνος ἑνοποίησετὸ λαό, τὸν ἔκανε νὰ βρεῖ καὶ πάλιτὸν ἀληθινὸ ἑαυτό του.Ὅλο τὸ Ἔθνος ξεσηκώθηκε σὰνἕνας ἄνθρωπος.
Κατανόησε βαθύτατα τὸ ἱστορικὸ του χρέος κι ἔμεινε γερὰ δεμένο, σφικταγκαλιασμένο σʼ ὁλόκληρη τὴ μαρτυρικὴ πορεία πρὸς τὴν ἐθνική του ἀνάσταση.
Ἔδειξε ἄφθαστο ἡρωισμό, ὑποβλήθηκε σʼ ἀμέτρητες θυσίες. Εἶναιγνωστὲς κι ἐξαίρονται συνήθως,πολὺ δίκαια, οἱ θυσίες καὶ οἱ ἡρωισμοὶ τῶν πολεμιστῶν. Δὲν ὑστεροῦν ὅμως καὶ οἱ θυσίες ἄλλων.
Εἶναι πολὺ συγκινητικὴ ἡ προσφορὰτοῦ διδασκάλου
Γενναδίου. Καταθέτοντας τὶς τελευταῖες οἰκονομίεςτου στὴ συγκέντρωση τοῦ πληθυσμοῦ στὴν πλατεία τοῦ Ναυπλίου,εἶπε:
«Δὲν ἔχω ἄλλον ὀβολὸν νὰδώσω. Ὁ ἑαυτός μου μένει καὶ τὸνπουλῶ ! Ποιὸς θέλει διδάσκαλον γιὰτὰ παιδιὰ του ἐπὶ τέσσερα χρόνια;Ἄς καταβάλη ἐδῶ τὸ τίμημα».
Συγκινητικὸ εἶναι ἐπίσης τὸ παράδειγματοῦ προύχοντα Θεοδωράκη Δεληγιάννη, ποὺ γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆςἐπαναστάσεως παραδόθηκε μὲ τὴθέλησή του στοὺς Τούρκους, γιὰ νὰβρεῖ φρικτὸ θάνατο. «Γνωρίζετε,ἀδελφοί !– ἔγραφε λίγο πρὶν τὴν παράδοσή του– τὸ Εὐαγγέλιον, ὅπουλέγει: ὅτι ὁ ἀγαπῶν πατέρα ἢ μητέρα ἢ τέκνα ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφάςὑπὲρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
Τὸαὐτὸ φωνάζει σήμερον καὶ εἰς ἐμὲ ἡΠατρίς!... Ἄρα πρέπει νὰ ὑπακούσωεἰς τὴν φωνήν της».
Ὅλο τὸ Ἔθνος ἔδειξε ἄφθαστοἡρωισμό. Δὲν περίμενε τὴν παρότρυνση τῶν ξένων, ποὺ ἔκαναν ὅ,τιμποροῦσαν γιὰ νʼ ἀποτρέψουν τοὺςΦιλικοὺς ἀπὸ τὰ ἐπαναστατικὰ τουςσχέδια καὶ μεταστράφηκαν μόνο,ὅταν εἶδαν τὶς κακοπάθειες καὶ τὶςἄγριες σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων.
Ἡ Ἐθνεγερσία τοῦ 1821 εἶναι καθαρὰ ἑλληνικὸ ἐπίτευγμα, κατόρθωμα ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ,ποὺ εἶναι ἡ ζωντανὴ καὶ πλαστουργὸς ὕλη τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦἙλληνισμοῦ.
Γενικὸς ἦταν ὁ ξεσηκω μὸς ὅλων τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν παροικιῶντοῦ ἐξωτερικοῦ, ποὺ ἀποτελοῦντανἀπὸ τὰ βασανισμένα παιδιὰ τοῦ Ἔθνους, «τὰ ὁποῖα δὲν ἱκανοποιήθηκαν ποτὲ ἀπὸ τὴν ἀπόκτησιν περιουσίας καὶ κοινωνικῆς θέσεως ἐν τῇξένῃ, ἀλλʼ ἀπέβλεψαν πάντοτε, οὐμόνον μετὰ νοσταλγίας, ἀλλὰ καὶμετὰ πόθου εἰς τὴν Πατρίδα, τὴν ὁποίαν εἰργάσθησαν συστηματικῶς,διὰ νὰ καταστήσουν ἐλευθέραν καὶμέτοχον τῆς χορείας τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, μέσῳ τῶν ὁποίωνἐ κεῖνοι ἔζησαν, ηὐτύχησαν καὶ ἐμορφώθησαν».
Πολλὰ εἶναι τὰ συγκινητικὰ παραδείγματα τῆς ἡφαιστειακῆς ἔκρηξης τοῦ πατριωτισμοῦ ὅλων τῶν ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ.
Ἀναφέρουμε τὴν ἐξαίρετηἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ
Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὸν
Ξάνθο, ὅτανὁ δεύτερος πῆγε στὴν
Πετρούπολη,γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσει νʼ ἀναλάβειτὴν ἀρχηγία τῆς
Φιλικῆς Ἑταιρείας. «Εἶμαι ἕτοιμος κάθε θυσίαν νὰ κάμω καὶ τὴν κατάστασίν μου καὶ τὴνἰδὶαν μου ζωὴν νὰ δώσω».
Θυμίζουμε τὴ θυσία
200 ἱερολοχιτῶν στὸΔραγατσάνι «καὶ τὸν ἐν συνεχείᾳἀποκεφαλισμὸν ἑτέρων 37 ἐξ αὐτῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπουἐστάλησαν αἰχμάλωτοι. Αἱ Ἑλληνικαὶ Κοινότητες τοῦ Ἐξωτερικοῦ,παραπλεύρως τῶν ἄλλων τέκνωντων, εἶδον τὸν ἀνθὸν τῆς σπουδαζούσης Ἑλληνικῆς Νεολαίας νὰπίπτῃ ἐκεῖ ὅπου «ξεφυτρώνουν αἰώνια τʼ ἄνθη».
Μνημονεύουμε, τέλος, τὴ συγκινητικὴ ἀνταπόκριση,στὴν πρόσκληση τῆς Πατρίδος ποὺκινδύνευε, τῶν τετρακοσίων πενήντα Ἑλλήνων ποὺ ἦταν ἐγκατεστημένοι στὶς Ἰνδίες.
Ὅταν πληροφορήθηκαν τὴν κήρυξη τῆς ἐπαναστάσεως κίνησαν νὰ ἔλθουν στὴν Ἑλλάδα μὲ τὰ πόδια, προκειμένου νὰπάρουν μέρος στὸν ἀγῶνα τῆς Πατρίδος.
Δὲν ἔμειναν ἀδιάφοροι,οὔτε ταμπουρωμένοι στὴν ἡσυχίατους. Δὲν ὑπολόγισαν τὸ ριψοκίν-δυνο ἐγχείρημά τους. Τοὺς συνεῖχεὁ πόνος τῆς Πατρίδος. Ἦταν ἀληθινοὶ πατριῶτες!Ἄς ἐπιτραπεῖ νὰ κλείσουμε τὴνπαροῦσα σύντομη εἰσήγηση μὲ τὴνγενόμενη εὔστοχη ἐπισήμανση πὼςἡ παραποίηση τῆς ἱστορίας ἑνὸςλαοῦ εἶναι ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνη.
Γιατί τὸν κόβει ἀπὸ τὶς ἐθνικές τουρίζες. Τὸν καταδικάζει σὲ μαρασμὸκαὶ ἐξαφάνιση. Καὶ αὐτό, δυστυχῶς,κινδυνεύουμε νὰ πάθουμε σήμεραοἱ Ἕλληνες μὲ τὴν περίλαμπρηἱστο ρία μας. Πᾶμε νὰ ἐπιβεβαι-ώσουμε τὴν εὔλογη ἔκφραση ξένου φιλοσόφου καὶ ἱστορικοῦ πὼς«τὸ μόνον δίδαγμα ἐκ τῆς ἱστορίαςεἶναι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν διδάσκονται ἐκ τῆς ἱστορίας»!
Πηγές καί Βοηθήματα
• C. Fauriel, Chants populaires de laGrece modern, Paris 1824–25, b.282.
• Πρόξενος Ὀριγκόνο, www.inagiounikolaoutouneou.gr/apps/gr/spag/3
• Ἀρχιμ. Τιμοθέου Κ. Κιλίφη, Μιλοῦν τὰ γεγονότα, Ἐκκλησία–Τουρκοκρατία–’21,Βλέπε ἱστοσελίδα Ἱ. Μ.Παντοκράτορος.
• Περιοδικὸ «Σύνδεσμος» Χριστιανικῆς Στέγης Καλαμάτας, Μάρτιος–Ἀπρίλιος 2007, σ. 39–40.
• Περιοδικὸ «Σταυρός», ὌργανοὉμωνύμου Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος, Ἰούλιος–Αὔγου-στος 2003, σ. 106.
• Κων. Δεσποτόπουλου, ἀκαδημαϊκοῦ–ἱστορικοῦ, ἄρθρο στὴν ἐφημερίδα REALNEWS (20–3–2011). Βλέπεἀναδημοσίευσή του στὸ περιοδικὸ«Μαχητής» τῆς Φιλικῆς ΣυντροφιᾶςΝέων Σύρου, Ἰούλιος– Σεπτέμβριος2011, σ . 38–39.
• Φάνη Ἰ. Κακριδῆ, Ὁμότιμου Καθηγητῆ Κλασσικῆς Φιλολογίας, ὁμιλία στὸ πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων στὶς17–3–2011 ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἄσκησηἀπο–ἀπομυθοποίησης: Τὸ κρυφὸσχολειό !». Βλέπε περιοδικὸ «Δημογραφικὸ Βῆμα» Ἰωαννίνων, Ἰανουάριος–Μάρτιος 2011.
• Βασιλείου Χ. Στεργιούλη, Πνευματικὲς πηγὲς ποὺ ἄρδευσαν τὸ ’21,Λάρισα 1984.
Επιμέλεια κειμένου στον Ορθόδοξο Τύπο (τεύχος 1919 & 1920) Ἠλία Δ. Μπάκου.
Επιμέλεια κειμένου και μεταφορά στο διαδίκτυο
Αναβάσεις - [anavaseis.blogspot.com]
Περισσότερα... »